Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Σοφία Βέμπο: Η Θρακιώτισσα «τραγουδίστρια της Νίκης»


Ε Π Ω Ν Υ Μ Ω Σ
Σοφία Βέμπο: Η Θρακιώτισσα
«τραγουδίστρια της Νίκης»

Η Σοφία Βέμπο (η Σοφία Μπέμπου όπως ήταν το πραγματικό της όνομα)  γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης. Η οικογένειά της εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, εγκαταστάθηκε στην Τσαριτσάνη του νομού Λάρισας και κατόπιν στο Βόλο, όπου οι γονείς της εργάστηκαν ως καπνεργάτες.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της αναγκάστηκε λόγω φτώχειας να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένειά της. Έτσι ξεκίνησε να δουλεύει ταμίας στο κατάστημα «Φλωρία» του Βόλου και παράλληλα επειδή της άρεσε η μουσική άρχισε να ασχολείται με την κιθάρα.
Η καλλιτεχνική της πορεία ξεκίνησε τυχαία το 1930, από τη Θεσσαλονίκη που πήγε για να βρει τον αδελφό της Τζώρτζη που σπούδαζε. Εκεί την άκουσε ο Κωνσταντίνος Τσίμπας, καλλιτεχνικός διευθυντής και ο μεγαλύτερος ιμπρεσάριος της Θεσσαλονίκης που, ακούγοντάς την, ενθουσιάστηκε και την πρότεινε να δουλέψει στο μεγάλο κοσμικό κέντρο της πόλης ΑΣΤΟΡΙΑ.
Μέσα σε μικρό διάστημα η φήμη της απλώθηκε και της ήρθε πρόταση να κατέβει στην Αθήνα και να εμφανιστεί στο  θέατρο «Κεντρικόν» του Φώτη Σαμαρτζή στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 1933». Την ίδια περίοδο υπέγραψε και το πρώτο της συμβόλαιο στη δισκογραφική εταιρία Columbia, ερμηνεύοντας ερωτικά τραγούδια της εποχής και λόγω της ιδιαίτερης μπάσας φωνής της η καταξίωση δεν άργησε να έρθει.
Προπολεμικά έκανε πολλές και μεγάλες επιτυχίες στο ελαφρολαϊκό τραγούδι όπως: «Πόσο λυπάμαι», «Συγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με»,  «Κάτι με τραβά κοντά σου», «Ζεχρά»,  «κλαις» κλπ.. Οι επιτυχίες συνεχίστηκαν και μετά την απελευθέρωση της χώρας και τι να πρωτοαναφέρεις.
Η έκρηξη στην καριέρα της ήρθε με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940.

Ανέλαβε την εμψύχωση των ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο με πατριωτικά και σατυρικά τραγούδια, ενώ πρωταγωνίστησε σε επιθεωρήσεις που προσάρμοζαν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα. Όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αθήνα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή μεταμφιεσμένη σε καλόγρια, όπου συνέχιζε να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα. Έγινε σύμβολο του έθνους, ταύτισε το όνομά της με το αλβανικό έπος και χαρακτηρίστηκε «Τραγουδίστρια της Νίκης». Το 1940 ήταν η δεκαετία που η Σοφία πήρε ενεργά μέρος στις πολιτικές εξελίξεις της Ελλάδας και έγινε σύμβολο σφραγίζοντας με τη φωνή της την αντίσταση ενάντια στον κατακτητή. Έγινε μούσα των στρατιωτών, τραγουδίστρια όλων των Ελλήνων «τραγουδίστρια της Νίκης».... Έτσι προέκυψε το θρυλικό «Κορόιδο Μουσολίνι» ή «Με το χαμόγελο στα χείλη».... «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», ... «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός» ... «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά»…κλπ.
Ένας Ιταλός χτύπησε με σιδερογροθιά τη Βέμπο στο πρόσωπο για να  παραμορφώσει το όμορφό της πρόσωπο και να μην εμφανίζεται. «Τότε, θα τραγουδάω στο ραδιόφωνο», τον αποστόμωσε!... 
Με 'Ελληνες αξιωματικούς στην Μέση Ανατολή

Το 1949 απέκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο, το Θέατρο Βέμπο. Σε μια εποχή που θέατρα έκλειναν και μετατρέπονταν σε κινηματογράφους, η Βέμπο επανέφερε την επιθεώρηση, ανεβάζοντας έργα που διατήρησαν ζωντανή την παράδοση της λαϊκής σάτιρας και καθιέρωσαν τους μεγάλους κωμικούς μας. Ταυτόχρονα, έβαλε τα θεμέλια μιας καινούριας εποχής για το ελληνικό τραγούδι, λανσάροντας το «αρχοντορεμπέτικο».
Το 1959 πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική ταινία «Στουρνάρα 288», όπου υποδύεται μια διάσημη τραγουδίστρια που ξεχάστηκε από τους θαυμαστές της κι εργαζόταν ως καθηγήτρια πιάνου. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή της το 1955 στην κλασσική «Στέλλα» και το 1938 στην «Προσφυγοπούλα», όπου είχε κάνει και το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη.
Όλα αυτά τα χρόνια, η Σοφία Βέμπο διατηρούσε δεσμό με τον συγγραφέα και στιχουργό Μίμη Τραϊφόρο, με τον οποίο παντρεύτηκε τελικά το 1957. Δεν τους χώρισε παρά μόνο ο θάνατος.
                         Με τον άνδρα της ζωής της Μίμη Τραϊφόρο
                            δεν τους χώρισε παρά μόνο ο θάνατος

Στα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας αποσύρθηκε οριστικά. Βαθειά αντιφασίστρια και δημοκρατική, την περίοδο 1967-1974 συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Τη βραδιά του «Πολυτεχνείου» άνοιξε το σπίτι της κι έκρυψε φοιτητές στο σπίτι της που ήταν απέναντι από το Πολυτεχνείο, τους οποίους αρνήθηκε να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτύπησε την πόρτα της.
Η Σοφία Βέμπο πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 από βαρύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, σε ηλικία 68 ετών και η κηδεία της μετατράπηκε σ' ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

Κώστας Πινέλης
28-10-1948
(Δημοσιεύτηκε στις εφημεριδες "Ειδήσεις" και "Πρωϊνή" του Κιλκίς"

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2019

Ο αναμορφωτής Δήμαρχος της Ξάνθης Φίλιππος Αμοιρίδης


Ε Π Ω Ν Υ Μ Ω Σ
Φίλιππος Αμοιρίδης: ο αναμορφωτής Δήμαρχος
της Ξάνθης
Αφιερωμένο στις προηγούμενες Διοικήσεις του Δήμου Κιλκίς που «πρόσφεραν τόσα πολλά στην «ανα (παρα) μόρφωση της πόλης» και την έκαναν την χειρότερη πρωτεύουσα νομού της Ελλάδας και στη νέα  Διοίκηση  «όπως αν εξ επιφανών αυτοδιοικητικών ανδρών  ωφελοίντο έργων».
Δεν είναι που έχω συγγενείς στην Ξάνθη και έχω δεσμούς με την πόλη, ούτε η Θρακιώτικη καταγωγή. Την αφορμή γι αυτό το αφιέρωμα την πήρα από φίλους Κιλκισιώτες που σπουδάζουν ή έχουν παντρεμένα παιδιά στην Ξάνθη. Ένας χαρακτηριστικά μου είπε: «τι σχέση έχει το Κιλκίς με την Ξάνθη. Εκεί είναι άλλη κατάσταση, εδώ είμαστε χωριό».
Ο Φίλιππος Αμοιρίδης γεννήθηκε το 1943 στο Δαφνώνα Ξάνθης (μέχρι το 1926 το όνομα του οικισμού ήταν Μαχμουτλή), ένα χωριό λίγο πιο πάνω από τον Νέστο, πνιγμένο στο πράσινο. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 ο Δαφνώνας κατοικήθηκε κυρίως από πρόσφυγες του Πόντου (περιοχές Χεροίανας, Νικόπολης, Αργυρούπολης) και των παραλίων της Μικράς Ασίας.
Πρωταγωνίστησε από νεαρή ηλικία στο χώρο του συνδικαλισμού των τυπογράφων του Τύπου  στη Θεσσαλονίκη και πανελλαδικά ενώ το 1975 είχε εκλεγεί Γενικός Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης .  πριν επιστρέψει ξανά στην Ξάνθη,
Γαλουχήθηκε πολιτικά πλάι στον Αλέξανδρο Μπαλτατζή. Αυτόν  τον πεισματάρη Καυκάσιο αστό πολιτικό από την Κουταϊδα του Καυκάσου και το Νεοχώρι Ξάνθης, με το  επιχειρηματικό δαιμόνιο, την ακατάβλητη ζωτικότητα και εργατικότητα, Ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής ήταν ο άνθρωπος της δράσης και της πράξης με σημαντική προσφορά στις συνδικαλιστικές και στις συνεταιριστικές οργανώσεις των αγροτών.
                           Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης

Ο Φίλιππος Αμοιρίδης το 1986 εκλέγεται για πρώτη φορά δημοτικός σύμβουλος και μέχρι το τέλος της τετραετίας, το 1990 αναλαμβάνει πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου. Διετέλεσε Δήμαρχος Ξάνθης από το 1991 μέχρι τον ξαφνικό του θάνατο τον Δεκέμβρη1999, σε ηλικία μόλις 56 ετών
Λάτρεψε την πόλη της Ξάνθης και θεωρείται δίκαια αναμορφωτής της, την οποία κατόρθωσε ν’ αναδείξει τόσο σ’ εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα από την ενασχόληση του με τα κοινά διαφάνηκε το πολιτικό του ανάστημα. Όραμά του ήταν να δημιουργήσει μια πόλη σύμβολο των Βαλκανίων.
Υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός από την κοινωνία και, παρότι προερχόταν από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και την κεντρώα πτέρυγά της, απολάμβανε αποδοχής σε όλους τους πολιτικούς χώρους εκλεγόμενος από την πρώτη Κυριακή με ποσοστά 70% και 75%.
                                Δημοτική πινακοθήκη
 
Στη διάρκεια της θητείας του υλοποίησε ένα πολιτικό πρόγραμμα που περιελάμβανε έργα υποδομής, έργα ανάπλασης του αστικού περιβάλλοντος, ανέδειξε την ακτινοβολία των πολιτιστικών θεσμών με την αναμόρφωση του Καρναβαλιού και την καθιέρωση των Γιορτών Παλιάς Πόλης και των γιορτών νεολαίας, δίνοντας νέα διάσταση και κοινωνική βάση στους θεσμούς. Ο παραδοσιακός οικισμός ήταν αυτός που ανέλαβε να αναπλάσει και να αναδείξει, με ιδιαίτερη σπουδή, με την αξιοποίηση των εντυπωσιακών αρχοντικών, αρκετά από τα οποία αποκατέστησε ο Δήμος, όπως στο αρχοντικό του γιατρού Ασημίδη της πλατείας Ματσίνη , πρώην Αυστροουγγρικό προξενείο, το αρχοντικό που γεννήθηκε και έζησε μέχρι 7 ετών ο Μάνος Χατζηδάκης κτλ..
                                  Από την παλιά πόλη της Ξάνθης
                                                Παλιές καπναποθήκες
 Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης παρουσιάζει μεγάλη ιστορική αξία. Χαρακτηρίστηκε παραδοσιακός οικισμός το 1978 και είναι ένα από τα καλύτερα διατηρημένα αρχιτεκτονικά σύνολα σε όλη τη Μακεδονία και Θράκη χάρις και στον Φίλιππο Αμοιρίδη.
Οι πολλές και εντυπωσιακές  Καπναποθήκες που σε κάποιες από αυτές έκανε παρεμβάσεις ήταν ο επόμενος στόχος του και ακόμη οι οικισμοί να είναι ζωντανοί, με καθημερινές λειτουργίες , κίνηση του κόσμου και  επίκεντρο της πολιτιστικής δημιουργίας που θα έλκει τους νέους και τους επισκέπτες.
Επίσης έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κοινωνική πολιτική και φροντίδα, την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την προστασία του περιβάλλοντος, τις δομές του Δήμου και ,ιδιαίτερα, τη νέα γενιά και τις αθλητικές υποδομές.
Επί των ημερών του αναδείχτηκε η πανελλήνια ακτινοβολία της Ξάνθης και συνδέθηκε με σημαντικούς παράγοντες της κεντρικής πολιτικής σκηνής, οι οποίοι προώθησαν τα θέματα της πόλης στο Κέντρο.
Σημαντικές ήταν οι δημόσιες παρεμβάσεις του για το ρόλο της αυτοδιοίκησης. Εξέχουσα θέση κατέχει η εκτενής συνέντευξη που παραχώρησε λίγες μέρες πριν το θάνατό του , στο Κανάλι 6, όπου ανέλυσε το όραμά του για την αυτοδιοίκηση,
 Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Μάνος Χατζηδάκης και έζησε μέχρι 8 ετών
 
Προσωπικά η όλη δράση του μου έφερε στο νου τους κομμουνιστές Δημάρχους που αναμόρφωσαν τους Δήμους των μεγάλων αστικών κέντρων.
                Η προτομή του Φίλιππα Αμοιρίδη στο Πάρκο της ΔΕΗ

Τo όνομά του δόθηκε στην οδό που διέρχεται μπροστά από το παλιό Δημαρχείο στην Παλιά Πόλη, αλλά και στο κλειστό γήπεδο της Ξάνθης χωρητικότητας 3.957 θεατών ενώ το 2011 στήθηκε προτομή του στην κεντρική Πλατεία της ΔΕΗ.

Κώστας Πινέλης
22-9-2019
(Δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες του Κιλκίς "Ειδήσεις" και "Πρωινή")

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

97 χρόνια Μικρασιατική Καταστροφή


1922-2019
97 χρόνια
Μικρασιατική Καταστροφή

Με τη φωτογραφία σου, στέκω και κουβεντιάζω

Και της μιλώ δε μου μιλεί, αχ και βαριανεστενάζω.

Για δες φωτιά για δες καπνός για δες εκεί ντουμάνι

που βγαίνει απ’ το σπιτάκι μου, αχ κι όλο τον κόσμο πιάνει.


( Λαικό μοιρολόϊ για την καταστροφή της Σμύρνης
από τη συλλογή της Μέλπως Μερλιέ «Μικρασιάτικα Τραγούδια»
που ηχογραφήθηκαν το 1930 με πρόσφυγες )

«Ενενήντα εφτά χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή βγαίνουν και σήμερα σημαντικά συμπεράσματα για την κατάσταση την οποία βιώνουμε.
Τη μικρασιατική εκστρατεία πρέπει να την προσεγγίσουμε ως μια πολεμική ενέργεια, ενταγμένη στο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλαίσιο, που διαμορφωνόταν με βάση τα αποτελέσματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι νικήτριες ιμπεριαλιστικές χώρες της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) επιβουλεύονταν τα πετρέλαια της Μοσούλης και, επομένως, ήθελαν να εδραιώσουν τις θέσεις τους και στην περιοχή του οθωμανικού κράτους. Γεγονός που συνεπαγόταν και ενέργειες για το διαμελισμό του. Γι' αυτό το σκοπό χρησιμοποίησαν και τον ελληνικό στρατό αλλά και τους Έλληνες της Μικρασίας, του Πόντου και της Θράκης.  Ετσι, στις 10 Αυγούστου (28/7 (10/8 με το νέο ημερολόγιο) 1920, υπογράφεται στις Σέβρες της Γαλλίας η Συνθήκη των Σεβρών, με την οποία υποτίθεται ότι οι νικήτριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο παραχωρούσαν εδάφη του οθωμανικού κράτους στην Ελλάδα. Η αστική τάξη στη χώρα πανηγυρίζει για την Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».
Με τη Συνθήκη των Σεβρών, στην Ελλάδα παραχωρούνταν η Δυτική και Ανατολική Θράκη ως τη γραμμή Τσατάλτζας κοντά στην Κωνσταντινούπολη και τα νησιά Ιμβρος και Τένεδος, καθώς και η Σμύρνη με την ενδοχώρα της, όπου τυπικά αναγνωριζόταν η τουρκική κυριαρχία με το να κυματίζει η οθωμανική σημαία στα φρούρια της πόλης.
Η Σμύρνη, σύμφωνα με τα άρθρα 65-83 της Συνθήκης, μόνο μετά από 5 χρόνια και κατόπιν δημοψηφίσματος των κατοίκων της θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα. Η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός της Ρόδου, η οποία γινόταν αυτόνομη και μόνο μετά από δημοψήφισμα θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα.
Η Κωνσταντινούπολη αναγνωριζόταν πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους, υπό την αίρεση των συμμάχων, για την περίπτωση που η Τουρκία δε θα τηρούσε τα συμφωνημένα. Τα Στενά των Δαρδανελίων κηρύσσονταν ουδέτερη και αφοπλισμένη ζώνη.

Το ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), από την έναρξη ακόμη της μικρασιατικής εκστρατείας, με την απόβαση του στρατού στη Σμύρνη, αποκάλυπτε το χαρακτήρα της και την εκμετάλλευση του δίκιου των καταπιεζόμενων Ελλήνων της Μικράς Ασίας για ελευθερία, για σκοπούς ιμπεριαλιστικούς και κατακτητικούς. Και ήταν το μόνο κόμμα που αντιτάχτηκε στον άδικο και τυχοδιωκτικό πόλεμο. Προειδοποίησε το λαό για τις συνέπειές του και πάλεψε, με όλες τις δυνάμεις του, για να τον αποτρέψει, αψηφώντας τις άπειρες διώξεις που υπέστη γι' αυτήν τη συνεπή στάση του απέναντι στην εργατική τάξη και το λαό της Ελλάδας. Τότε φυλακίστηκε ολόκληρη η Κεντρική Επιτροπή, φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν πολλά στελέχη του Κόμματος. Αυτή η στάση αποτελεί τίτλο τιμής για το ΚΚΕ.

Η απόβαση στη Σμύρνη ήταν η αρχή της εθνικής μας τραγωδίας με αποτέλεσμα να πληρώσει ο ελληνισμός βαρύ φόρο αίματος.
 Στις 8 του Σ/βρη οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη και την έκαψαν. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Σωστή κόλαση. Ο ελληνικός πληθυσμός έτρεξε στην παραλία. Άλλοι με βάρκες και άλλοι κολυμπώντας πήγαιναν στα πολεμικά της Γαλλίας, Αγγλίας και Ιταλίας, ζητώντας άσυλο. Αλλά οι ναύτες τους πετούσαν στη θάλασσα, όταν σκαρφάλωναν στα πλοία και ακόμα τους έκοβαν τα χέρια ή τους κλωτσούσαν.


Ο απολογισμός της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι: 50.000 νεκροί, 75.000 τραυματίες. Κοντά 1.500.000 Ελληνες αναγκάστηκαν να έρθουν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 600.000 νεκρούς, θύματα της πολιτικής του κεφαλαίου, που έχει τον πόλεμο στο αίμα του, αλλά που ρουφά το αίμα των λαών για τα συμφέροντά του.

Αποτελεί την πιο τραγική στιγμή της Ιστορίας της Ελλάδας, μαζί με την Άλωση της Πόλης..
Η στρατηγική της μεγάλης ιδέας είχε χρεοκοπήσει. Ταυτόχρονα με την αστική τάξη, οι ευθύνες για τη μικρασιατική τραγωδία βαρύνουν εξίσου και το Λαϊκό Κόμμα και το Κόμμα των Φιλελευθέρων, δηλαδή και τους βασιλικούς και τους αντιβασιλικούς, που βύθισαν το λαό στο αίμα και τη δυστυχία.

Ακόμη και ο Ελευθέριος Βενιζέλος μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση στις 21 Απρίλη του 1929 είπε ανάμεσα σε άλλα: «Η καταστροφή η Μικρασιατική εξεταστέον αν δεν είναι μεγαλυτέρα και από την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Εις την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως, το έθνος έμεινε εις τας εστίας του, υποταγμένον και δούλον, αλλά έμεινε συνεχίζον την ζωήν του εις τας εστίας του, δεν έπαθε την συμφοράν αυτήν την οποίαν έπαθε..»
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος με το υπόμνημά του στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού, στη Μικρά Ασία ζούσαν 1.694.000 Έλληνες. Στη Θράκη και την περιοχή της Κωνσταντινούπολης 731.000. Στην περιοχή της Τραπεζούντας 350.000 και στα Άδανα 70.000. Σύνολο 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της περιοχής που κυριαρχούσε οικονομικά , είχε δε καταφέρει να διατηρήσει την πολιτιστική του κληρονομιά παρ΄ ότι αποτελούσε μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον .
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Τα επίσημα απογραφικά στοιχεία που αφορούν τους πρόσφυγες της περιόδου 1912-1924 χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στους πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα πριν και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή (αρχές Σεπτεμβρίου 1922).
Ας σημειωθεί ότι ως πρόσφυγες καταμετρούνται και τα παιδιά των προσφύγων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα.
Ο συνολικός αριθμός των προσφύγων κατά την απογραφή του 1928 ήταν 1.221.849 άτομα (589.418 ή 48,24% άρρενες και 632.431 ή 51,76% θήλεις). Ως προς τον πραγματικό πληθυσμό της χώρας, που ανερχόταν σε 6.204.684 άτομα, οι πρόσφυγες αποτελούσαν το 19,68% του συνόλου.
Οι πρόσφυγες που ήρθαν πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν 151.892 (79.601 ή 52,41% άρρενες και 72.291 ή 47,59% θήλεις). Οι πρόσφυγες που ήρθαν μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ήταν 1.069.957 (509.817 ή 47,65% άρρενες και 560.140 ή 52,35% θήλεις). Φαίνεται δηλαδή πως στους πρόσφυγες της πρώτης κατηγορίας, οι άντρες είναι περισσότεροι από τις γυναίκες. Το αντίθετο συμβαίνει στη δεύτερη κατηγορία. Οι προ της Μικρασιατικής Καταστροφής πρόσφυγες αποτελούσαν το 12,43% του προσφυγικού πληθυσμού
Ως προς τη χώρα (περιοχή) προέλευσης, οι πρόσφυγες είχαν έρθει:
Από τη Μικρά Ασία 626.954 (293.086 άρρενες και 333.868 θήλεις). Από αυτούς, 37.728 (19.777 άρρενες και 17.951 θήλεις) ήρθαν πριν και 589.226 (273.309 άρρενες και 315.917 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τη Θράκη 256.635 (126.837 άρρενες και 129.798 θήλεις). Από αυτούς, 27.057 (14.155 άρρενες και 12.902 θήλεις) ήρθαν πριν και 229.578 (112.682 άρρενες και 116.896 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τον Πόντο 182.169 (88.271 άρρενες και 93.898 θήλεις). Από αυτούς, 17.528 (8.979 άρρενες και 8.549 θήλεις) ήρθαν πριν και 164.641 (79.292 άρρενες και 85.349 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τη Βουλγαρία (Ανατολική Ρωμυλία) 49.027 (25.070 άρρενες και 23.957 θήλεις). Από αυτούς, 20.977 (10.860 άρρενες και 10.117 θήλεις) ήρθαν πριν και 28.050 (14.210 άρρενες και 13.840 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τον Καύκασο 47.091 (24.410 άρρενες και 22.681 θήλεις). Από αυτούς, 32.421 (17.003 άρρενες και 15.418 θήλεις) ήρθαν πριν και 14.670 (7.407 άρρενες και 7.263 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από την Κωνσταντινούπολη 38.458 (20.234 άρρενες και 18.224 θήλεις). Από αυτούς, 4.019 (2.449 άρρενες και 1.660 θήλεις) ήρθαν πριν και 34.349 (17.785 άρρενες και 16.564 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τη Ρωσία 11.435 (6.359 άρρενες και 5.076 θήλεις). Από αυτούς, 5.214 (2.828 άρρενες και 2.386 θήλεις) ήρθαν πριν και 6.221 (3.531 άρρενες και 2.690 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τη Σερβία 6.057 (3.004 άρρενες και 3.053 θήλεις). Από αυτούς, 4.611 (2.365 άρρενες και 2.246 θήλεις) ήρθαν πριν και 1.446 (639 άρρενες και 807 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από την Αλβανία 2.498 (1.438 άρρενες και 1.060 θήλεις). Από αυτούς, 1.600 (852 άρρενες και 748 θήλεις) ήρθαν πριν και 898 (586 άρρενες και 312 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τη Δωδεκάνησο 738 (394 άρρενες και 344 θήλεις). Από αυτούς, 355 (188 άρρενες και 167 θήλεις) ήρθαν πριν και 383 (206 άρρενες και 177 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από τη Ρουμανία 722 (274 άρρενες και 448 θήλεις). Από αυτούς, 266 (127 άρρενες και 139 θήλεις) ήρθαν πριν και 456 (147 άρρενες και 309 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από την Κύπρο 57 (37 άρρενες και 20 θήλεις). Από αυτούς, 25 (17 άρρενες και 8 θήλεις) ήρθαν πριν και 32 (20 άρρενες και 12 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από την Αίγυπτο 8 (4 άρρενες και 4 θήλεις). Από αυτούς,  (1 άρρεν και 1 θήλυ) ήρθαν πριν και 7 (3 άρρενες και 4 θήλεις) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Την Μικρασιατική καταστροφή την τραγούδησαν, την ύμνησαν, την θρήνησαν. Η Ανατολή και τα  άγια χώματά της, οι πανάρχαιες κοιτίδες του ελληνισμού. Τραγούδι έγινε ο καημός, θρήνος ο πόνος. Το ξεθεμελίωμα των σπιτιών, ο θρήνος των προσφύγων έμεινε για δεκαετίες θέμα προσφιλές για τα ελληνικά γράμματα. Εμπνεύστηκαν και έγραψαν για την Ανατολή, για τις ελληνικές πατρίδες τις αλησμόνητες για την καταστροφή. Και συντηρούν κι αυτοί με τη δική τους πένα τη μνήμη.
-------------------------------------------------------------------------------
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες……
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ’ την προγονική τους γη.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες»! Που ν’ ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Που να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;
Τόσοι ήταν. Ενάμισι εκατομμύριο Ρωμιοί  Μικρασιάτες, που στριφογύριζαν, τώρα, στο καύκαλο της Ελλάδας σαν περιπλανώμενοι Ιουδαίοι, διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα, χωρίς δουλεία, χωρίς σπίτι, χωρίς μπαούλο. Και χτες, μόλις χτες, να θυμάσαι πως ήσουν νοικοκύρης, πως είχε το κατιτί το δικό του.
Ψάχναν για το αίτιο, αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης, τον Κεμάλ, το Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ,  τον πόλεμο μα πριν απ’ όλα τον Άγγλο, τον υπολογιστή, το διπρόσωπο, το σφετεριστή, που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού…..
Διδώ Σωτηρίου
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα
«Οι νεκροί περιμένουν»

Λίγο χώμα

Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά τους.
Η γιαγιά τους κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι τους στα στήθια του παππού, που έχει πίσω καρφωμένα  τα μάτια του, μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ’ τη στεριά (…) μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα τους τα σχήματα και τους όγκους.
Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι τους να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε τους τους μέρες τους ζωής τους. Κάτι την μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι τους ησυχία: Σαν τους βόλος να είναι κάτω απ’ το κεφάλι του γέροντα.
-          Τι είναι αυτό εδώ; Ρωτά σχεδόν αδιάφορα.
Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ’ το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους κτύπους τους καρδιάς του.
-          Τι είναι;
Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε, δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
-          Χώμα;
Ναι, λίγο χώμα απ’ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, τους λέει, στον ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάκτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντήλι όπου είναι το φυλαγμένο χώμα. Ψάχνουν εκεί μέσα, ψάχνουν και τα δάκτυλα τους γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους δακρυσμένα, στέκουν εκεί, στέκουν.
-          Δεν είναι τίποτα  λέω. Λίγο χώμα…..

Ηλίας Βενέζης
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Αιολική Γη»
Κουρασμένοι, βρόμικοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι, έφευγαν
«Κι ύστερα συνέβη το αναπάντεχο: οι Σύμμαχοι χάρισαν την Ανατολική Θράκη στους Τούρκους και έδωσαν στον Ελληνικό Στρατό προθεσμία τριών ημερών για την εκκένωσή της!...»
 «Ολη τη μέρα τους έβλεπα να περνούν από μπροστά μου. Κουρασμένοι, βρόμικοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι. Και γύρω τους η σιωπή της ξαφνιασμένης Θράκης. Εφευγαν. Χωρίς μπάντες, χωρίς εμβατήρια, χωρίς καν περίθαλψη! (...) Αυτοί οι άντρες ήταν οι σημαιοφόροι της δόξας που πριν λίγο καιρό λεγόταν Ελλάδα. Κι αυτή η εικόνα ήταν το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας».
Ερνεστ Χέμινγουέϊ
Για την εκκένωση της Αν. Θράκης 28 Σεπτεμβρίου (11 Οκτώβρη με το καινούργιο ημερολόγιο) του 1922
 

Μαρτυρία της Καλλισθένης Καλλίδου, Θεσσαλονίκη
«Θε μου! να μην πεθάνει εδώ. Να τη θάψω στο χώμα! »
  ..Στα βαπόρια πολύ βασανιστήκαμε. Πολύ ζέστη. Πολύς κόσμος. Ζεστά νερά. Εμείς από δροσερό μέρος βγαίναμε, καήκαμε.
Βρώμικα που ήταν στο βαπόρι. Καθόμαστε. Από κάτω βρώμικα νερά τρέχανε. Ρούχα, αλλαξιές μαζί μας είχαμε. Που ν’ ανοίξεις τα ρούχα σου; Που ν’ αλλάξεις;..
Ζέστα, σεφιλίκι. Αρρωσταίναμε. Πολλοί από δυσεντερία πεθάνανε. Χωρίς μετάληψη. Μια πέτρα στο λαιμό τους βάζανε. Στη θάλασσα τους ρίχνανε. Ντούουμ! Έκαναν. Έκλεινα τα’ αυτιά μου να μην ακούω. Αρρώστησε η μάνα μου. Έκλαιγα:
Θε μου! Να μην πεθάνει εδώ. Να τη θάψω στο χώμα!
Ο θεός με άκουσε. Στα Μαριανά την έθαψα. 

(Συγκλονιστική αφήγηση Μικρασιάτισσας. Από τις «πηγές» του βιβλίου Ιστορίας, της Γ’ Λυκείου – 1987)...
«Έφτυσα στο στόμα του παιδιού μου για να το ξεδιψάσω»…

Ο πόνος της προσφυγιάς δεν ξεχνιόταν εύκολα. Όλοι πίστευαν ότι κάποτε κάποιο καράβι θα τους ξαναγυρνούσε στην πατρική γη και την κληρονομιά τους. Διογείται η Αγγέλα Παπάζογλου στο βιβλίο της για τη Σμύρνη, «Τα χαϊρια μας εδώ», πως ο πατέρας της, μέχρι που να φύγει από τούτο τον κόσμο, μια φορά το μήνα που τον έπιανε ο καημός της Σμύρνης, κλειδαμπάρωνε πόρτες και παράθυρα του σπιτιού, για να μη ενοχλεί τους γειτόνους, και έβγαζε τον καημό του φωνάζοντας με όλη του τη δύναμη τα ονόματα των ανθρώπων, συγγενών και φίλων που χάθηκαν στην καταστροφή: «Σπύρο, Γιώργη, Μιχάλη, μας πήρανε τη Σμύρνη μωρέ…

Η νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες παραμένει πάντα δυνατή ακόμη και στην δική μου τρίτη γενιά προσφύγων αλλά και στις νεότερες γενιές. Γιατί, όπως λέει και ο Όμηρος στην Οδύσσεια: “Και καπνόν μονάχα να δει ελαφροαναβαίνοντα ψηλά από την πατρίδα του κι ας πεθάνει”.
Ας έχουμε ιστορική μνήμη και γνώση…