Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Στέλιος Καζαντζίδης: Ο αξέχαστος Στελάρας μας



Στέλιος Καζαντζίδης: Τραγούδησε καημούς, πίκρες κι αδικίες
Από herko στο Αυγ 29, 2017 Μουσική
 
Στέλιος Καζαντζίδης, ο ερμηνευτής που βίωσε και με την απέραντη, βαθιά, εκφραστική φωνή του τραγούδησε τα βάσανα και τις χαρές του λαού μας, τον πόνο, την ξενιτιά, το πάθος, αφήνοντας πίσω του δεκάδες αγαπημένα τραγούδια.
Στις δύο χιλιάδες δίσκους και στις τεσσεράμισι χιλιάδες τραγούδια υπολογίζεται η δισκογραφική κατάθεση μιας καριέρας μισού αιώνα, η οποία σφραγίστηκε από συνεργασίες του με πολλούς συνθέτες και από ερμηνείες, που άφησαν εποχή. Στο ξεχωριστό ηχόχρωμα της φωνής του συμπυκνώνονταν το κοινό παράπονο, η αγωνία των μεροκαματιάρηδων για επιβίωση, αλλά και οι αγώνες εναντίον της αυθαιρεσίας και της κοινωνικής αδικίας. Και είναι γεγονός ότι πολλά μυστικά νήματα ένωναν τις ερμηνείες του με χιλιάδες ψυχές, με αποτέλεσμα ο Στ. Καζαντζίδης να αποτελέσει λαϊκό θρύλο για το μεγαλύτερο κομμάτι των Ελλήνων.  Μπορεί τα περισσότερα από τα τραγούδια που ερμήνευσε να μην είχαν πολιτικές ανησυχίες και να μη διέπονταν από οραματισμούς. Είχαν όμως άμεσους προβληματισμούς, μιλούσαν εύκολα στις καρδιές. Και παρ’ όλο που η πλειοψηφία τους είχαν τη σφραγίδα της πονεμένης ερμηνείας του, αυτό που πολλοί αποκαλούν «στιλ Καζαντζίδη », η δυνατή, καθαρή, με σπάνιες αποχρώσεις φωνή του, πρόσφερε μεγάλες, ανεπανάληπτες ερμηνείες όταν κλήθηκε να ερμηνεύσει κομμάτια των Μίκη Θεοδωράκη, Χρήστου Λεοντή, Μάνου Χατζιδάκι, Μάνου Λοΐζου, Σταύρου Ξαρχάκου, Γιώργου Κατσαρού.
Γεννημένος τον Αύγουστο του 1931, στην προσφυγούπολη Νέα Ιωνία, ο Στέλιος Καζαντζίδης στην αρχή της εφηβείας του μένει ορφανός από πατέρα και ξεκινά το δύσκολο αγώνα της επιβίωσης. Αναγκάζεται να κάνει όλες τις δουλιές του ποδαριού προκειμένου να ζήσει τη μητέρα του και το νεογέννητο αδελφό του. Ανάμεσα σε άλλα δούλεψε σαν αχθοφόρος και σαν μικροπωλητής στις αγορές, ενώ κάτω από αντίξοες συνθήκες στις οικοδομές και σε εργοστάσια της Ν. Ιωνίας. Η αρχή της μεγάλης πορείας του στο τραγούδι ξεκίνησε το 1950.

Στο προσκήνιο του τραγουδιού
Ο Στ. Καζαντζίδης πρωτοτραγούδησε επαγγελματικά στις ταβέρνες του «Μπόκαρη», στην Κηφισιά και στο «Βουτσά», στην Καλογρέζα. Το πρώτο του δίσκο με το τραγούδι «Για μπάνιο πάω κι αν θέλεις έλα» του Απ. Καλδάρα, τον φωνογράφησε το 1952, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήρθε με το δεύτερο δίσκο του, με τις «Βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου. Με τη στήριξη του μεγάλου αυτού λαϊκού συνθέτη βαδίζει στο δρόμο της επιτυχίας, ενώ εμφανίζεται σε διάφορα λαϊκά κέντρα της εποχής. Τότε γνωρίζει και την Καίτη Γκρέυ, με την οποία ερμήνευσαν το «Απόψε φίλα με» του Μανώλη Χιώτη (1956), ενώ από τα τέλη του ίδιου χρόνου συνεργάζεται με τη Μαρινέλλα. Μαζί καθιερώνουν ένα νέο στιλ στο πάλκο και τη δισκογραφία και στα χρόνια που ακολουθούν μέχρι το 1965 βρίσκονται στο προσκήνιο του τραγουδιού. Οι επιτυχίες εκατοντάδες, οι προτάσεις έρχονταν από παντού. Τραγουδά μαζί με τη Μαρινέλλα σε δίσκους, κέντρα, θέατρα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό: από την «Τριάνα» στο «Κάρνεγκι Χολ» της Ν. Υόρκης και από τον «Κουλουριώτη» στην Οπερα της Φραγκφούρτης. Ερμηνεύουν τραγούδια όλων των μεγάλων δημιουργών της εποχής, των Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χιώτη, Μητσάκη, Καλδάρα, Παπαγιαννοπούλου, Δερβενιώτη, Βίρβου, Κολοκοτρώνη, Καραπατάκη, Μπακάλη κ.ά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Καζαντζίδης γράφει και δικά του τραγούδια.


Οι επιτυχίες αμέτρητες: «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Η πρώτη αγάπη», «Η κοινωνία με κατακρίνει», «Μαντουμπάλα», «Ζιγκουάλα», «Απόκληρος της κοινωνίας», «Είσαι η ζωή μου», «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας», «Καρδιά πληγωμένη» κ.ά. Μέσα σε μία χρονιά, το 1959, το δισκάκι 45 στροφών με τη «Μαντουμπάλα» στη μια πλευρά και το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», στην άλλη, πούλησε 96 χιλιάδες αντίτυπα, σπάζοντας το ρεκόρ των 45.000 που είχε ως τότε το «Γαρίφαλο στ’ αυτί» των Χατζιδάκι – Σακελλάριου. Οι πωλήσεις, μάλιστα, παρέμειναν σε υψηλό επίπεδο για ακόμα 7 – 8 χρόνια. Απόλυτος κυρίαρχος στο λαϊκό τραγούδι μέχρι το ’65, ο Στ. Καζαντζίδης ερμηνεύει τραγούδια με θέμα κοινωνικό, τα περισσότερα από τα οποία αναφέρονταν στη μάστιγα της μετανάστευσης. Τραγουδά τους καημούς, τις πίκρες, τις αδικίες του κόσμου και αγγίζει τις καρδιές αυτών με τα «Μουτζουρωμένα χέρια», όσων μοχθούν για το μεροκάματο, αυτών που «γεύονται» «Το ψωμί της ξενιτιάς», «Στον Καναδά, στη Βραζιλία», ή στου «Βελγίου τις στοές». Τραγουδά για τα παλικάρια στις «Φάμπρικες», για τις φτωχογειτονιές, για τον έρωτα, για το χωρισμό, το άδικο… Παράλληλα με τον καημό της ξενιτιάς και τα άλλα κοινωνικά του τραγούδια, δε συμμετέχει στο «τοπίο» του εξωτισμού – οι ινδικές ταινίες εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν – και ακολουθώντας το παράδειγμα του Μανώλη Αγγελόπουλου, τραγουδά τις εξωτικές γυναίκες με τα παράξενα ονόματα Μαντουμπάλα, Ζιγκουάλα, Μανώλια.

Σταθμοί στην πορεία του Στ. Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας υπήρξαν οι συνεργασίες τους με τους «έντεχνους» δημιουργούς. Μοναδικές είναι οι ερμηνείες τους στην «Καταχνιά» του Χρήστου Λεοντή (σε στίχους Κώστα Βίρβου). Ανάλογες και στην «Πολιτεία» του Μ. Θεοδωράκη, με τα αθάνατα τραγούδια «Βράχο βράχο», «Καημός», «Παράπονο», «Μετανάστης», «Σαββατόβραδο», «Εχω μια αγάπη», καθώς και στις συνθέσεις του Μ. Χατζιδάκι «Αθήνα», «Κυρ – Αντώνης», «Κουρασμένο παλικάρι», «Το πέλαγο είναι βαθύ». Το 1962, για τις ανάγκες της παράστασης «Ομορφη πόλη» του Μ. Θεοδωράκη, σε κείμενα Μποστ, στο Θέατρο «Παρκ» της λεωφόρου Αλεξάνδρας, έσμιξαν για πρώτη και τελευταία φορά στο ίδιο μικρόφωνο οι φωνές του Στ. Καζαντζίδη και του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το 1974 ηχογράφησε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη «Στην Ανατολή», ένας δίσκος σημαντικός, που όμως θάφτηκε κυριολεκτικά από το μάρκετινγκ. Ξεχωριστό επίσης ήταν το τραγούδι «Δε θα ξαναγαπήσω» των Μάνου Λοΐζου – Λευτέρη Παπαδόπουλου, που ερμήνευσε απαράμιλλα.

«Με βασάνιζαν οι εταιρίες»
Από τη δεκαετία του ’60 ακόμη, ο Στ. Καζαντζίδης συγκρούστηκε με το κατεστημένο των δισκογραφικών εταιριών και τη νύχτα. Ουσιαστική αφορμή της αποχώρησής του από το πάλκο, υπήρξε η αλλαγή των συνθηκών στα νυχτερινά κέντρα, που ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον νεοπλουτισμό. Οπως ανέφερε ένα βράδυ, Καθαρά Δευτέρα του 1965, στο «Φαληρικόν» παραλίγο να ακρωτηριαστεί από ένα μπουκάλι που εξφενδονίστηκε από κάποια γυναίκα. Τότε πήρε την απόφαση να μείνει μακριά από τα κέντρα και κάθε δημόσια εμφάνιση. «Οσο ζω δε θα ξανατραγουδήσω σε κέντρο» είχε πει και αυτή τη δέσμευση την τήρησε για όλα τα μετέπειτα 35 χρόνια. Από τότε η επαφή του με τον κόσμο γίνεται μόνο μέσα από μικρούς δίσκους 45 στροφών που κυκλοφορούν τακτικά, με μεγάλη επιτυχία. Προσπαθώντας να φύγει από την «Odeon – Parlophone- Megaphone» του Μάτσα (κατοπινή «Μίνως»), στην οποία πήγε αφήνοντας την «Κολούμπια», δημιούργησε τη δική του εταιρία, την «Standard», που έκλεισε μετά από μικρό διάστημα λειτουργίας, ενώ ηχογράφησε και λίγα τραγούδια στη μικρή τότε «Philips». Αναγκάζεται να γυρίσει στη «Μίνως» κι όλες του οι ηχογραφήσεις στη δεκαετία του ’70 γίνονται εκεί. Το 1976 κι ενώ έχει γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με το δίσκο «Υπάρχω», η φωνή του Καζαντζίδη μπαίνει σε καραντίνα εντεκάμισι χρόνων, με δικαστικές αποφάσεις. Ο μεθοδευμένος και εξουθενωτικός για το λαϊκό τραγουδιστή πόλεμος, που εκπορευόταν από τις δισκογραφικές εταιρίες, τον κρατά έξω από τα στούντιο, στην πιο ώριμη περίοδο της καριέρας του. «Χρόνια ολόκληρα με βασάνιζαν οι εταιρίες. Μου τσάκισαν την ψυχολογία», έλεγε. Το δεσμευτικό συμβόλαιό του λύθηκε μόλις το 1987, με νόμο που εισηγήθηκε στη Βουλή ο Αντώνης Τρίτσης. Από το 1987 μέχρι τελευταία η καλλιτεχνική του δραστηριότητα ήταν συνδεδεμένη με τις ηχογραφήσεις δίσκων. Ξεχωριστή ήταν η ερμηνεία του με τους Χ. και Π. Κατσιμίχα στο τραγούδι του Αντώνη Βαρδή «Στην Ελλάς του 2000». Την τελευταία πενταετία τραγούδησε έργα σε ποντιακή γλώσσα, που αγαπήθηκαν από τον Ποντιακό Ελληνισμό.

                                            Ο Πάνος Γεραμάνης για τον Καζαντζίδη

Ενας χρόνος συμπληρώνεται από το θάνατο του Στ. Καζαντζίδη , όμως ο μεγάλος λαϊκός ερμηνευτής είναι πάντα ανάμεσά μας, μέσα από τα τραγούδια του. Ας θυμηθούμε την εξομολόγησή του στην εισαγωγή του δίσκου «Υπάρχω». «Ο τίτλος, έλεγε, είναι συμβολικός κι αφορά εσάς κι εμένα. Υπάρχω σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος απ’ τον καιρό που εσείς, οι γνωστοί κι άγνωστοι φίλοι μου, με αγαπήσατε και με κάνατε δικό σας. Υπάρχω εφόσον εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι εκφράζω τους καημούς, τα προβλήματά σας, την πίκρα της ξενιτιάς, το μόχθο του εργάτη, την εγκατάλειψη, τη μοίρα του ανθρώπου της συνοικίας. Και θα υπάρχω όσο υπάρχουν ταπεινοί, αγνοί και τίμιοι άνθρωποι του λαού. Γιατί μόνο στην καρδιά του λαού ζω. Εκεί είναι το σπίτι μου, εκεί γεννήθηκα, εκεί θα πάψω κάποτε να υπάρχω…».
Πηγή: Ριζοσπάστης / Ρουμπίνη Σούλη

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Η οπερετική επιστράτευση της Χούντας της 20ης Ιουλίου 1974 - Το προδοτικό πραξικόπημα της Χούντας και της ΕΟΚΑ Β’ στην Κύπρο,



Ε Π Ω Ν Υ Μ Ω Σ

43 χρόνια μετά
-      Το προδοτικό πραξικόπημα της Χούντας και της ΕΟΚΑ Β’ στην Κύπρο, η εισβολή των Τούρκων και η κατοχή
-      Η οπερετική επιστράτευση της Χούντας της 20ης Ιουλίου 1974
Συμπληρώνονται 43 χρόνια από το μαύρο καλοκαίρι του 1974, όταν ολοκληρώθηκε η ιμπεριαλιστική συνωμοσία σε βάρος της Κύπρου και του λαού μας, που στόχευε στη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην κατάλυση της κυπριακής ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας του νησιού.
Ήταν γραφτό η γενιά μου να ζήσει μια μεγάλη καταστροφή του Ελληνισμού, την μεγαλύτερη μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την Άλωση της Πόλης.
Τον Ιούλη του 1974 αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά ότι οι εξελίξεις στην Ελλάδα είχαν άμεση σχέση και επίδραση στην Κύπρο και αντιστρόφως. Κάθε κίνηση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Κύπρο είχε άμεση αντανάκλαση στις ελλαδικές εξελίξεις. Ετσι και τα γεγονότα εκείνου του Ιούλη δεν ξέφυγαν από τον κανόνα.
Στις 15 Ιούλη οι δυνάμεις της χούντας και της ΕΟΚΑ Β΄, με την ενίσχυση και την καθοδήγηση των Αμερικανονατοϊκών ιμπεριαλιστών, προχώρησαν στο προδοτικό πραξικόπημα στην Κύπρο και στην ανακήρυξη του φασίστα Σαμψών ως προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η επιχείρησή τους αποσκοπούσε στο πέρασμα ακέραιης της γραμμής του ΝΑΤΟ στην Κύπρο.
Οι Τούρκοι άρπαξαν την ευκαιρία, στις 20 Ιούλη έκαναν απόβαση και κατέκτησαν ένα μέρος της Βόρειας Κύπρου με τη δικαιολογία να «περιφρουρήσουν» τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Λίγες μέρες μετά, μια νέα επεκτατική επιχείρηση – αστραπή (ο Αττίλας Β’) τους έφερε να κατέχουν το 40% περίπου του εδάφους του νησιού.
Δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Η συνωμοσία ξεκίνησε από τη δεκαετία του ’50, Το 1958 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ουσιαστικά η Κύπρος τριχοτομήθηκε και δόθηκε το δικαίωμα στην Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη να επεμβαίνει και η Μεγαλόνησος μετατράπηκε σε αβύθιστο αεροπλανοφόρο του ΝΑΤΟ. Το μόνο που δεν υλοποιήθηκε ήταν η μυστική Συμφωνία Κυρίων μεταξύ Καραμανλή – Μεντερές (υποβολή αίτησης και ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και διατήρηση του ΑΚΕΛ εκτός νόμου).
Οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου δημιούργησαν στην Κύπρο έναν τύπο "εξαρτημένου - ανεξάρτητου" κράτους υπό την κηδεμονία της Μ. Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, που όμοιό του, έστω και ως δείγμα, δεν υπήρχε στον κόσμο. Σήμερα, βέβαια, κανένας δεν υπερασπίζεται αυτές τις συμφωνίες ως καλές. Τότε, όμως, όταν δηλαδή υπογράφηκαν, δεν έλειπαν οι θριαμβολογίες. Στις 11/2/1959, την ημέρα της υπογραφής τη συμφωνίας της Ζυρίχης, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κ. Καραμανλής, δήλωνε με έκδηλη υπερηφάνεια: "Η ημέρα αυτή ανήκει εις τας ευτυχεστέρας ημέρας της ζωής μου και θα αποτελέση σταθμόν εις την ιστορίαν της Κύπρου».
Η συνομωσία συνεχίστηκε με την συμφωνία για την αποχώρηση της Μεραρχίας από την Κύπρο, που με τόση μυστικότητα και θυσίες είχε σταλεί από τον Γ. Παπανδρέου,  από την Χούντα του Παπαδόπουλου μετά τη συνάντηση στο Έβρο με τον Μεντερές, τον Σεπτέμβριο του '67 πάνω σε σχέδιο του περιώνυμου Πιπινέλη και του Τσακλαγιαγκίλ και ολοκληρώθηκε με το φασιστικό πραξικόπημα και την εισβολή.
Ένα χαρακτηριστικό για το πώς αντιμετώπισε η Χούντα τα γεγονότα. Στο ΑΕΔ, όπως μαρτυρεί ο αντιπλοίαρχος Παναγιώτης Νικολόπουλος, όταν ενημερώθηκε ο Μπονάνος για τις προετοιμασίες των Τούρκων, έλεγε ότι πρόκειται για άσκηση και όταν του είπαν για τους βομβαρδισμούς στην Κύπρο έδωσε την εξής απάντηση: "Οι Τούρκοι κτυπούν την Κύπρο και εμείς είμαστε Ελλάς"!
Αφού είσαστε Ελλάς γιατί σκοτωθήκατε για μια δεκαετία να ανατρέψετε τον Μακάριο με μόνη δικαιολογία ότι το "εθνικόν κέντρο είναι η Αθήνα";

Η οπερετική γενική επιστράτευση της Χούντας όπως την ζήσαμε ως επιστρατευμένοι
Μετά το προδοτικό, φασιστικό πραξικόπημα στην Κύπρο, για εμάς τους πολιτικοποιημένους, που μας είχαν ατσαλώσει η συμμετοχή  στους αγώνες για το 15% για την Παιδεία και το 114 καθώς και η συμμετοχή στις εκδηλώσεις της Νεολαίας Λαμπράκη και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, μας «μύριζαν» εξελίξεις. Εξ άλλου ακούγαμε κρυφά ξένους σταθμούς. Στην ατμόσφαιρα πάντως το έπιανες. Κάτι ερχόταν. Και ήρθε…
Πρωί Σαββάτου  20 Ιούλη. Έχουμε την πληροφορία ότι έγινε απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο. Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας ψυκτικός. Βρίσκομαι για βλάβη στην Πλατεία Άθωνος στο ζαχαροπλαστείο του Παπάντζου. Από το ανοιχτό ραδιόφωνο, εκεί γύρω στις 11.00 ακούγονται εμβατήρια. Ανησυχούμε. Ακούμε την ανακοίνωση για γενική επιστράτευση και οι κάτοχοι ποιων απολυτήριων επιστρατεύονται. Το διάγγελμα του Γκιζίκη μεταδόθηκε στις 3 το απόγευμα της 20ής Ιουλίου από το ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο της χώρας.
«…Υφιστάμενοι επίθεσιν, ως Έλληνες, πιστοί εις τα παραδόσεις της ιστορίας ημών, είμεθα υποχρεωμένοι να αμυνθώμεν. Θα το πράξωμεν εν επιγνώσει της ιστορικής ευθύνης έναντι του Έθνους ημών και εν τη βεβαιότητι ότι αι Ελληνικαί Ένοπλαι Δυνάμεις έχουν την ικανότηταν και την θέλησιν, όπως αποδείξουν ανά πάσαν στιγμήν εις πάντα επιτιθέμενον το άφρον της ενεργείας του…»
 

          Στα "οργανωμένα κέντρα επιστράτευσης" περιμένουμε να ντυθούμε!




Στα Εβραίϊκα μαγαζιά της Πλατείας Άθωνος (που είναι σήμερα τα ουζερί), ένα αδελφικός φίλος έχει συνεργείο περιελίξεων μοτέρ. Ξεκινάμε με τη βέσπα μου για την Νεάπολη. Φυσάει ένας μανιασμένος, κρύος βαρδάρης.
Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης χάος, η Εγνατία γεμάτη. Κλείνουν τα μαγαζιά και ο κόσμος με όποιο μέσο βρίσκει ή με τα πόδια πηγαίνει βιαστικά για το σπίτι του. Τα πρόσωπα είναι ανήσυχα και κατηφή. Αγωνία για το τι μας περιμένει…
Ξέρω τι απολυτήριο έχω και ξέρω ότι επιστρατεύομαι. Έχω απολυθεί πριν δυόμισι χρόνια από την 190 Α/ΚΜΜΒΠ (Αυτοκινούμενη Μοίρα Μέσου Βαρέος Πυροβολικού) την σημαντικότερη και ισχυρότερη τότε μονάδα του Πυροβολικού. Στην ίδια μονάδα παρουσιάζομαι, στου Παύλου Μελά. Γενικό μπάχαλο..

Περιμένουμε ολόκληρη μέρα άσκοπα και το απόγευμα μας φορτώνουν σε επιταγμένα φορτηγά και μας πάνε σε ένα κτήμα με δένδρα γύρω γύρω, κάτω από το Ωραιόκαστρο, κοντά στη λεγόμενη «συμμαχική οδό». Ένα φορτηγό είναι από το Ηράκλειο το χωριό μου, του Μαυροβουνιώτη. Πάνω σε ένα γράφει: «Αγροτικόν» «Μεταφορά ζώντων ζώων», σημαδιακό…
Περνάμε τη νύχτα εκεί και προσπαθούμε να προφυλαχτούμε και να ζεσταθούμε όπως-όπως με τα καλοκαιρινά μας ρούχα από τον Βαρδάρη που έγινε σχεδόν παγερός. Το πρωί, επιτέλους, φέρνουν στολές και ντυνόμαστε. Τα τουφέκια Μ1 είναι μέσα σε αλουμινόχαρτα με γράσο αχρησιμοποίητα. Είμαστε δύο λοχίες και ένας ανθυπολοχαγός επιστρατευμένοι. Έπρεπε να πάρουμε οι λοχίες αυτόματα και ο ανθυπολοχαγός πιστόλι. Δε υπάρχουν. Δεν φτάνουν για όλους και τα ρούχα και τα όπλα και αρκετοί, όπως ο σ. ο Χρήστος ο Τζήκος απ’ την Τσερπίστα (Τερπνή Σερρών, μένουν με τα πολιτικά και με τσουμάκες, με γκλίτσες…
Ξανά επιβίβαση στα φορτηγά το απόγευμα πια (και στο «μεταφορά ζώντων ζώων») και στο σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. Άλλος χαμός εδώ. Χάνει η μάνα το παιδί που λένε. Επιτέλους κατά τις 10 τη νύχτα μας φορτώνουν σε βαγόνια «ίπποι 8, άνδρες 40» για τον Έβρο. Η μονάδα έχει ήδη φύγει από το πρωί της 20ης Ιούλη.
Όλοι το ξέρουμε τώρα. Η γενική επιστράτευση, ήταν χαώδης και ανοργάνωτη και κατέδειξε την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός, μετά από επτά χρόνια δικτατορίας. Ούτε στολές, ούτε πολεμικό υλικό , ούτε στοιχειώδη οργάνωση βρήκαμε στα υποτυπώδη «κέντρα επιστράτευσης». Άλλο ένα μπάχαλο της Χούντας. Το χάος τη επιστράτευσης από ένα διαλυμένο στρατό. Και είναι να απορεί κανείς πως μια στρατιωτική χούντα που μας είχε πρήξει 7 χρόνια, 3 μήνες και 19 ημέρες με τις παπάρες για την πατρίδα, με το «καταραμένο το πουλί» και με το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», άφησε τον στρατό στην κυριολεξία ξεβράκωτο…
                    Επιστρατευμένοι στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης
                              Στα βαγόνια-ίπποι 8 άνδρες 40- για τον Έβρο


Ταξιδεύουμε όλη τη νύχτα. Ατέλειωτο ταξίδι. Δεν υπάρχει στάση. Ανοίγουμε τη συρόμενη πόρτα του βαγονιού και «τσιλτεύουμε» από πάνω εν κινήσει. Το άλλο, το χ----ο μας έχει από το στρες κοπεί. Όταν ξημέρωσε, ήμασταν στο νομό Ροδόπης. Βλέπουμε στρατιωτικά και πολιτικά επιστρατευμένα οχήματα να κινούνται με κατεύθυνση τον Έβρο. Κάποια έγραφαν επάνω, «Χούλια, σού ‘ρχομαι»!
Ε, ποιος από τους ξαναμμένους νέους της γενιάς μου δεν ήξερε την Τουρκάλα Βουγιουκλάκη, τη Χούλια Κότσιγιτ;
Φτάνουμε κατά τις 10 το πρωί, στις 22 πλέον του μήνα, στον σιδηροδρομικό  σταθμό της Αλεξανδρούπολης. Αποβίβαση και επιβίβαση πάλι στα επιταγμένα φορτηγά που μας είχαν ακολουθήσει οδικώς. Σε 1,5 ώρα περίπου είμαστε στο χώρο τάξης της 190 Μοίρας μεταξύ των χωριών Τρφύλλι και Αρδάνιο, μέσα στην κοίτη ενός χειμάρρου, 6 χιλιόμετρα από τον ποταμό Έβρο, πιο κοντά στο Αρδάνιο, στη διασταύρωση  της παλιάς εθνικής οδού Αλεξανδρούπολης-Διδυμοτείχου και της Ε.Ο Αλεξανδρούπολης-Κήπων. Στην πλειοψηφία τους  οι κάτοικοι είναι πρόσφυγες από την Ανατολική και Βόρεια Θράκη. Από το χωριό Ροδώνη της Ανατολικής Θράκης, από όπου κατάγονται πολλοί κάτοικοι του σημερινού χωριού, πήρε και το όνομά του. Θαυμάσιοι άνθρωποι. Όπως είπε και ο στρατηγός Ιωάννης Βερυβάκης, οι Θρακιώτες είναι άλλη ράτσα, άλλης μάνας γέννα. Είναι αξιοθαύμαστο με πόση υπομονή, καρτερία αντέχουν χρόνια τώρα όλα αυτά με τις κινητοποιήσεις του στρατού.
Πάνω στο εθνικό δρόμο μας περιμένει ο διοικητής - αντισυνταγματάρχης Νικόλαος Σπανός, της γνωστής οικογένειας και του «επαναστατικού συμβουλίου» της Χούντας, για να μας «καλωσορίσει» και να μας «ενημερώσει ότι στόχος μας είναι ανατολικά, προς την Πόλη, που δεν πιστεύει ότι δεν θα την πάρουμε σε 48 ώρες!!!»
Με τοποθετούν αρχηγό στοιχείου σε ένα αυτοκινούμενο πυροβόλο 155 χιλ. Όταν απολύθηκα τα πυροβόλα της Μοίρας ήταν 155 χιλ. ρυμουλκούμενα! Και εδώ φάνηκε μπροστά μας πιο καθαρά η σκληρή πραγματικότητα. Έχουμε στη διάθεσή μας 24 βλήματα, 24 γεμίσματα!  Εάν γινόταν τίποτε ήταν υπόθεση 15 λεπτών το πολύ  να τελειώσουμε. Και μετά θα παίρναμε τα πίσω βουνά όπως είπα στον σκοπευτή μου. (άλλα πυρομαχικά ήρθαν μετά 15 ημέρες!!!)
Σκάβουμε ατομικά ορύγματα. Το βράδυ έχουμε γενικό συναγερμό. Τη βγάζουμε όλη νύχτα στα ορύγματα χωρίς πυρομαχικά, χωρίς ούτε μια τελαμώνα!!! Συνεχείς συναγερμοί τις επόμενες μέρες, το κλίμα πολεμικό…
 


Η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, που ήταν υποχείριο του «αόρατου δικτάτορα» Δημητρίου Ιωαννίδη, ήταν ανίκανη να πάρει σοβαρές αποφάσεις. Έτσι, η προσφυγή στους πολιτικούς ήταν μονόδρομος για τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας. Η λεγόμενη «μεταπολίτευση».
Ο διοικητής Σπανός τις πρώτες ημέρες προκαλεί. «Οι σύμμαχοί μας είναι στο πλευρό μας και θα μας βοηθήσουν», «για όλα φταίνε οι κομμουνιστές , η Ρωσία και ο διαολόπαππας», «να μην ακούτε ξένους σταθμούς, Μόσχα, Ντόϊτσε, Βέλλε, ΒΒC και τέτοια» και «να μην τραγουδάτε Θεοδωράκη γιατί είναι κομμουνιστής και άρα εχθρός της πατρίδος». Όμως δεν κατάλαβε την νέα πραγματικότητα…
 Όσοι επιστρατεύθηκαν, που δεν ήσαν πλέον νεοσύλλεκτοι φαντάροι 20 χρονών, βλέποντας την πλήρη αποδιοργάνωση του στρατού, το φιάσκο της επιστράτευσης που τους έκανε να χάσουν την δουλειά τους χωρίς να προσφέρουν τίποτα και στην πατρίδα και την ανυπαρξία υπεύθυνης κυβέρνησης είχαν αρχίσει να κατηγορούν ευθέως τους χουντικούς αξιωματικούς οι οποίοι βρέθηκαν να μην μπορούν να ποδηγετήσουν όλους αυτούς τους αγανακτισμένους πολίτες. Δεν λειτούργησαν τα γραφεία του στρατού που απομόνωναν τους αριστερούς και έτσι πήραν όλοι τα όπλα. Η πλειοψηφία των επιστρατευμένων, ήταν χαρακτηρισμένοι αριστεροί, όπως παραδέχθηκε σε συζήτησή μας και ο αείμνηστος φίλος στρατηγός Χρήστος Καλπάκας
Στην μοίρα μας ανήκε και μια αντιαεροπορική πυροβολαρχία με τα γνωστά «τετράδυμα». Ήταν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία από τους επιστρατευμένους. Γύρω στα 40 χρόνων. Αγανακτισμένοι όπως ήρθαν, έδωσαν τη χαριστική βολή στην πειθαρχία. Δεν λογάριαζαν τους αξιωματικούς και τους έβριζαν ανοικτά. Στην πυροβολαρχία μου είχαμε διοικητή έφεδρο ανθυπολοχαγό από ανακατάταξη, τον Νίκο Σπανδωνίδη ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ. Παοκάρα, χρυσό παιδί. Με αυτόν και ένα δόκιμο, το Πλατανιά (δεν θυμάμαι το μικρό του) είχαμε καλές σχέσεις, κάναμε παρέα, ήμασταν φίλοι. Σε όλες τις πυροβολαρχίες είναι μπροστά έφεδροι ανθυπολοχαγοί και δόκιμοι. Ο Διοικητής και υποδιοικητής της Μοίρας και όλο το επιτελείο των μόνιμων από λοχαγό και πάνω, είχαν περιοριστεί στις σκηνές της διοίκησης  γύρω από το άρμα Μ113. Είχανε γίνει αρνάκια. Προσπαθούσαν να μην οξύνουν τα πράγματα, να μην έρθουν σε συγκρούσεις με τους απλούς στρατιώτες. Είχανε χάσει τα αυγά με τα πασχάλια Ο τσαμπουκάς του λοχαγού  δεν υπήρχε. Κανένας επιστρατευμένος δεν έκοψε τα μαλλιά ή το μούσι του. Η πατριωτική προπαγάνδα τους άφηνε αδιάφορους. Δεν έβρισκαν κανένα νόημα στον πόλεμο. Το μόνο που ήθελαν ήταν να τελειώσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα αυτή η ταλαιπωρία.
Τότε ήταν που λέγαμε στις συζητήσεις με άλλους συντρόφους. (μέσα στους επιστρατευμένους ήταν και σύντροφοι που είχαν φυλακιστεί, βασανιστεί, ήταν σε οργανώσεις). Αν υπήρχε ένα συγκροτημένο επαναστατικό υποκείμενο…. Ήταν φανερό ότι σε περίπτωση σύρραξης, ίσως είχαμε λιποταξίες καθώς και εκτελέσεις χουντικών αξιωματικών... Η διάλυση του στρατού που είναι και το πιο σημαντικό γνώρισμα της επαναστατικής κατάστασης, ήταν κάτι παραπάνω από φανερή.
       Με την πρώτη άδεια, από Αρδάνιο για Αλεξανδρούπολη με φορτηγό
                                          (σε κύκλο ο Κώστας Πινέλης) 


Ο χαρακτήρας της μεταπολίτευσης , ο συμβιβασμός και οι δυνάμεις που πήραν μέρος σ’ αυτόν, καθόρισαν τις πολιτικές εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών. Η άρχουσα τάξη αντιλαμβανόταν ότι δε θα μπορούσε πλέον να ασκεί την εξουσία όπως πριν το 1967, όφειλε έστω και για τα μάτια του κόσμου, να αποδεχτεί τη νέα πραγματικότητα από τη ριζοσπαστικοποίηση του λαού. Η έξοδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, που ανακοίνωσε ο Καραμανλής λίγες μέρες μετά την αλλαγή, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, και ορισμένα άλλα μέτρα εκδημοκρατισμού, προχώρησαν κάτω από την πίεση που ασκούσε το λαϊκό κίνημα. Ωστόσο το κίνημα αυτό δεν ήταν σε θέση τέτοια που θα του επέτρεπε να βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις, να χαράξει μια άλλη πορεία για τον τόπο.
Μετά από τον 2ο Αττίλα, άλλαξε η διοίκηση της μονάδας. Ήρθε διοικητής ο αντισυνταγματάρχης Πανδής. Δημοκρατικός αξιωματικός που τον είχαν παροπλισμένο 7 χρόνια στα ΤΕΑ μαζί με νέο υποδιοικητή. Μάζεψε όλο το δυναμικό της μονάδας και έβγαλε ένα πύρινο λόγο για τους πρωταίτιους της Χούντας. «Όλοι αυτοί που ευθύνονται για όλα αυτά  και την Κυπριακή τραγωδία θα πληρώσουν» διαβεβαίωσε. Ο Σπανός εξαφανισμένος. Δεν ήρθε να παρουσιάσει την νέα διοίκηση. Ούτε μάθαμε τι απέγινε, που πήγε.
Οι μέρες πια κυλούν στο χαβαλέ. Κάθε βράδυ στις ταβέρνες στο Αρδάνιο μεθοκοπάμε και γυρνάμε «τούρνα» στα σκοινάκια μας, όπου συνεχίζεται το πιοτί μέχρι πρωίας. Τέλος ήρθε διαταγή να παραδώσουμε και να απολυθούμε. Το ατομικό βιβλιάριο μεταβολών, το «Πέι Μπουκ» που λέγαμε  γράφει: εγγραφή στη δύναμη της Γ’ Πρυροβολαρχίας: 20-7-1974. Διαγραφή αποστελλόμενος ει επ’ αόριστον άδεια: 22-10-1974.

Ιωαννίδη,Μπονάνε,Αραπάκη,Παπανικολάου,Ντάβο,Αβέρωφ,Μαύρε,Καραμανλή. Εμείς οι επιστρατευμένοι του ’74 (αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία του λαού),  δεν σας ξεχάσουμε ποτέ. Θα είστε  πάντα μέσα στην καρδιά μας.........

Και δυο επισημάνσεις για τους θαυμαστές, νοσταλγούς, ομοϊδεάτες της Χούντας με βάση αυτά που ισχυρίζονται:

Α) Η Χούντα «βοήθησε πολύ κόσμο», έκανε μεγάλα έργα και ήταν αδέκαστη απέναντι στο Κεφάλαιο.
Η Χούντα ήταν κατ΄ αρχάς η ασυδοσία του Κεφαλαίου, κατασκευαστικού, βιομηχανικού, εφοπλιστικού. Ο κάθε καπιταλιστής που τα ‘χε καλά με τη Χούντα, με το καθεστώς του χαφιέ των βασανιστηρίων και του καραβανά, με τα συνδικάτα διαλυμένα από τη Χούντα και τους εργάτες εξατομικευμένους χωρίς καμία προστασία, έκαναν ελεύθερα τη δουλειά τους. Δεν ξέρουμε και πολλά «φιλο-εργατικά» καθεστώτα που καταργούνε τα εργατικά δικαιώματα! Αυτός που λεει αυτά τα πράγματα είναι ή κουτορνίθι ή συνειδητός ακροδεξιός.
Και τι σημαίνει αυτό. Και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ έφτιαξαν δρόμους. Επειδή στον χωματόδρομο Ανω Ραχούλας – Κάτω Ραχούλας έπεσε τσιμέντο, εξωραΐζεις ένα δικτατορικό καθεστώς;
Β) Οι συνταγματάρχες δεν άφησαν χρέη.
Ο μεγαλύτερος μύθος απ΄όλους, όπως και αυτός της ανάπτυξης. Καλές παπάρες. Μαντάρα τα έκανε στα οικονομικά η Χούντα. Μια διαλυμένη χώρα από τον εμφύλιο, πήγαινε να σηκώσει κεφάλι στα 60s και από το 1967 και για επτά χρόνια πλούτισαν μόνο οι υπερεργολάβοι και οι ρουφιάνοι (α, και αρκετοί παπάδες με θέση στην εκκλησία). Σύµφωνα µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 1974 το δηµόσιο χρέος είχε ανέβει στο 20,8% επί του ΑΕΠ, στα 114 δισ. δρχ. εκείνη τη χρονιά, µε τον εσωτερικό κι εξωτερικό δανεισµό να γιγαντώνονται. Το χρέος ξεκίνησε από 37,8 δισ. δρχ. το 1967 και ο πληθωρισµός κάλπαζε. Από το 1966 που το χρέος ήταν 32 δισ., διπλασιάστηκε µέχρι το 1970 στα 63,7 δισ.! Στα χρόνια της δικτατορίας το εξωτερικό χρέος έγινε 1,5 φορά µμεγαλύτερο απ’ όσο είχε φθάσει σε διάστηµα 145 ετών, ήτοι από καταβολής ελληνικού κράτους!
  
Κώστας Πινέλης
(από προσωπικές εμπειρίες και καταγραφή των γεγονότων της εποχής)