Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Θράκη: Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου και άλλα λαϊκά δρώμενα της περιόδου των γιορτών



ΘΡΑΚΗ-Ιστορία, Λαογραφία, Μουσική, ήθη και έθιμα

Θράκη: Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου
και άλλα λαϊκά δρώμενα της περιόδου των γιορτών

Στη Θράκη την πατρίδα του Διόνυσου, του Ορφέα, του Μουσαίου, του Λίνου, των εννέα Μουσών, των Καμβειρίων και Ελευσίνιων μυστηρίων ήταν λογικό και επόμενο  ν’ αναπτυχθεί, περισσότερο από άλλες περιοχές πλούσια λαογραφία ήθη και έθιμα και λαϊκά δρώμενα που έλκουν την καταγωγή τους από τα βάθη των αιώνων.
Η Θρακική καταγωγή του Διόνυσου σήμερα δεν αμφισβητείται από κανένα και ότι η Θράκη υπήρξε το κέντρο της Διονυσιακής λατρείας.
Ο Διόνυσος είναι Θεός της γονιμικής γης, προστάτης της γεωργίας, των αμπελιών και του κρασιού. Ο Ορφέας και ο αδελφός του Αίνος πρώτου το αέναον ων και την αθανασία της ψυχής. Ο Ορφέας με το γιο του Μουσαίο  εισήγαγαν την πίστη στον ένα Θεό, στα μυστήρια και τη μουσική.
Την πλούσια λαογραφία, τα ήθη τα έθιμα, τις παραδόσεις και τη λαϊκή πίστη και λατρεία, μελέτησαν πολλοί επιφανείς ιστορικοί, λαογράφοι, εθνολόγοι. Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Χουρμουζιάδης, ο   Πολίτης, ο Ρωμαίος, ο Μέγας, η Κακούρη, η Σαραντή, ο Παπαχριστοδούλου, ο Αικατερινίδης, η Δέδε, Ο Κώστας Θρακιώτης  κ.ά
Ο Χριστιανισμός πολέμησε πολλά δρώμενα, πατροπαράδοτα έθιμα και κατάφερε είτε να καταργήσει πολλές ειδωλολατρικές γιορτές, χάρις όμως στην εμμονή των Θρακών αναγκάστηκε να ανεχθεί μερικά, κάποια από αυτά αλλάζοντάς τα μορφή και έτσι μπήκαν στο χριστιανικό εορτολόγιο.
Την ίδια ώρα, όμως που η εκκλησία πολεμούσε και πολεμά τα κουρμπάνια, τα αναστενάρια και άλλα έθιμα με ειδωλολατρικές ρίζες, γιατί δεν πολεμά και τα διάφορα τάματα που βλέπουμε να κρεμούν οι χριστιανοί στις διάφορες θαυματουργές εικόνες (χρυσά ομοιώματα μελών του σώματος, πλεκτά και κεντητά αφιερώματα, τις ίσα με το μπόι λαμπάδες) και ένα σωρό άλλα αφιερώματα που έχουμε κληρονομήσεις από τους αρχαίους προγόνους μας;
Ανάμεσα στα πολλά λαϊκά δρώμενα είναι και τα έθιμα του Δωδεκαήμερου που προέρχονται από τα αρχαία Σατουρνάλια των ελληνορωμαϊκών χρόνων και από τις καλάνδες του Βυζαντίου. Πρόκειται ουσιαστικά για Διονυσιακές γιορτές και διαρκούν από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την 6 Γενάρη. Μερικά όμως γίνονται και μετά τον αγιασμό των υδάτων και θεωρείται ότι υπάγονται στις γιορτές του Δωδεκαημέρου όπως το έθιμο της Μπάμπως που αναπτύξαμε σε χωριστό κεφάλαιο.

Κόλιντα: Η λέξη Κόλιντα, λέγεται ότι ήταν το όνομα μιας ξακουστής «μαμής» στη Βηθλεέμ, η οποία ξεγέννησε την Παναγία. Το έθιμο είναι της Ανατολικής Ρωμυλίας. Η παράδοση λέει πως, όταν προαναγγέλθηκε η γέννηση του Μεσσία και είδαν οι άνθρωποι το φωτεινό αστέρι στον ουρανό, το θεώρησαν ως προάγγελο της γέννησης του Θεανθρώπου και έτρεχαν αλλόφρονες, να βρουν την Μπάμπου Κόλιντα, δηλαδή τη μαμή, για να βοηθήσει την Παναγία να γεννήσει το Θεάνθρωπο, που θα σώσει τον κόσμο από τις αμαρτίες. Γι’ αυτό, την προπαραμονή των Χριστουγέννων, δηλαδή το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου, τα παιδιά που πήγαιναν στα σπίτια και τραγουδούσαν τη γέννηση του Χριστού, φώναζαν: Μπάμπου Κόλιντα.

Οι Καλλικάντζαροι: Ο λαός τους φαντάζεται κάτω από χίλιες δύο μορφές, είναι μικρόσωμα ή και μεγαλόσωμα τέρατα, μαύρα και άραχλα, τριχωτά, με πόδια και κεφάλια τράγου ή άλλων ζώων . έχουν μάτια κόκκινα, χέρια μαϊμούς, είναι στραβοί, κουτσοί, μονόματοι, μονοπόδαροι, και τραγόποδοι μαζί και τέλος πάντων, ότι  άλλο φανταζόταν η λαϊκή πίστη.. Ονόματα Καλικάντζαρων, οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους. Ο Μαλαγάνας, Μαλαπέρδας, Βατρακούκος, Καταχανάς Κωλοβελόνης κ.α

Γυρίζουν στους δρόμoυς κάνοντας, όταν μπορούν κακό στους ανύποπτους διαβάτες, μπαίνουν στα σπίτια απ’ τις καμινάδες, κλέβουν ότι βρουν, μαγαρίζουν φαγητά κ.λ.π. Πανάρχαιο εύρημα για την αποθάρρυνση την απομάκρυνσή τους  και την καταπολέμησή τους ήταν η φωτιά.
Γενικά στο διάστημα αυτό οι Καλλικάντζαροι δεν άφηναν κανένα και τίποτε απείρακτο. Ήταν όμως γραφτό να εξαφανιστούν σαν τους Κύρες από το πρόσωπο της γης, με τον αγιασμό των υδάτων τα Φώτα.
Ειδικά όταν εμφανιζόταν ο Παπάς με την αγιαστούρα του, τους άκουγαν οι απλοί χωρικοί να τραγουδούν:
Φεύγετε να φεύγουμε, γιατ’ ήρθε ο διαολόπαπας
Με την αγιαστούρα του και με τη βραχτούρα του.
Το έθιμο είναι και αυτό με καταγωγή από τις Διονυσιακές γιορτές, όπως και τόσα άλλα στη Θράκη.
Τους μεταμφιεσμένους στη Θράκη τους έλεγαν ρογκάτσια, ρογκατσάρια ή ρογκατσούρια. Οι προβιές των ζώων ήταν η συνηθισμένη περιβολή τους., αλλά και κάθε ενδυμασία φοβερών αγριάνθρωπων.



Τα Χριστούγεννα: Άρχιζαν από την παραμονή της ομώνυμης γιορτής. Οι γυναίκες έκαναν όλες τις προετοιμασίες με  όλα τα απαραίτητα καλούδια. Εδώ πρέπει να πούμε ότι κάθε σπίτι είχε το γουρούνι του ή τον κούρκο του ή οι πιο φτωχοί την  κότα. Την παραμονή των Χριστουγέννων έχουμε το ομαδικό σφάξιμο των γουρουνιών το οποίο εδώ και χρόνια δεν γίνεται πλέον παρά σε μερικά μέρη κάνουν τη γουρουνομέρα.

     
                Το τραπέζι με τα εννιά φαγιά

Στο τραπέζι της παραμονής, έπρεπε να στρωθούν εννιά φαγητά, που σχετιζόταν με τους εννιά μήνες εγκυμοσύνης της Παναγιάς. Εδώ έμπαινε η πλούσια φαντασία των Θρακών νοικοκυρών.
Με τραγούδι μα και μ' ένα τρανό χαμόγελο το νεαρό κορίτσι τοποθετεί προσεχτικά και με ιεραρχική σειρά τα πιάτα στο σοφρά. όλα πρέπει να γίνουν και να φανούν σπουδαία όπως προστάζει το έθιμο. Τα συνηθισμένα:
1 ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ ( ΜΠΟΥΓΑΤΣΙΑ )
2 ΦΑΣΟΥΛΙΑ ΜΕ Ν΄ ΑΡΜΙΑ ( ΦΑΣΟΛΙΑ ΜΕ ΛΑΧΑΝΟ ΤΟΥΡΣΙ )
3 ΣΙΤΑΡΙ ΒΡΑΣΜΕΝΟ
4 ΝΤΟΛΜΑΔΕΣ ΜΕ ΛΑΧΑΝΟ ΤΟΥΡΣΙ
5 ΡΥΖΟΠΙΤΑ
6 ΧΑΛΒΑΣ
7 ΚΟΜΠΟΣΤΑ ( ΧΟΥΣΙΑΦΙ )
8 ΠΙΤΑ ΣΑΡΑΓΛΙ
9 ΦΡΟΥΤΑ-ΚΟΛΙΝΤΟΚΟΥΡΕΣ
( ΚΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΚΟΛΙΝΤΟΥΔΙΑ
Το βράδυ της παραμονής όλοι κάθονταν στο τραπέζι και ο αρχηγός της οικογένειας, που μπορεί να ήταν ή ο παππούς ή ο πατέρας, είχε όλο το τελετουργικό. Θύμιαζαν, και ο μικρότερος της οικογένειας έλεγε το «Πάτερ ημών», και ο πατέρας έπαιρνε το χριστόψωμο με τα δύο του χέρια, και το κρατούσε πάνω από το κεφάλι του μικρού.έκοβαν την πίτα με το πρώτο κομμάτι να είναι του Χριστού, έψελναν το τροπάρι των Χριστουγέννων, έκαναν ένα καλό συμπόσιο και περίμεναν να χιονίσει γιατί όπως έλεγαν:
«χιόνι το Δεκέμβρη, χρυσάφι του καλοκαιριού».
 «Χριστούγεννα και Φώτα χιονισμένα, καλοσημαδιά για τα σπαρμένα»
«Χαρά στα Γέννα τα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα και Λαμπρή βρεχούμενη τα’ αμπάρια γεμισμένα».
Τα Κάλαντα:  Είναι άσματα του αγερμού που έχουν τις ρίζες και πέραν της βυζαντινής εποχής, στην αρχαιότητα. (κάλαντα, κόλιαντα, κόλιαντρα, κόλιντα, κάλαντρα, καλημέρι κ.λ.π.). Κύριος και θαυμάσιος συνεχιστής ο λαός ιδιαίτερα της υπαίθρου, ως πότε όμως;
Τα κάλαντα δεν τα έψελναν τα παιδιά το πρωί, όπως σήμερα, αλλά το βράδυ με την καμπάνα του εσπερινού.
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στη Θράκη είναι από τα ωραιότερα του είδους και ξεχωρίζουν για την πρωτοτυπία και την πηγαία λυρικότητά τους..
Τριστιάλκα Η Τριστιάλκα, που δεν γιορτάζεται σήμερα σχεδόν πουθενά, ήταν ένα θρησκευτικό έθιμο και το γιόρταζαν την ημέρα της βάπτισης. Τριστιάλκα (σημαίνει θρύψαλα), ήταν ένα μικρό κλαδί δένδρου με κλωναράκια, το οποίο έκοβαν, καθάριζαν τη φλούδα, το άφηναν να ξεραθεί, το στόλιζαν με διάφορες πολύχρωμες κορδέλες και την ημέρα που γιόρταζαν τα Σούρβα, τα παιδιά γύριζαν στις γειτονιές με την τριστιάλκα, χτυπούσαν στην πλάτη όσους συναντούσαν, κι έλεγαν τα λόγια:
Τρις τριστιάλκα,
έτη πολλά,
τώρα και του Χρόνου,
τον άλλον του Αηβασίλ(η).
Με αυτόν τον τρόπο, έδιωχναν τους Καλικάντζαρους, Σαμουντίδις (το Εωσφορικό βασίλειο) που κυκλοφορούσαν αδέσποτοι μέχρι την ημέρα που θα βαπτίζονταν τα νερά και θα εξαφανίζονταν οι Καλικάντζαροι. Επειδή ο συναγωνισμός των παιδιών, για το ποιος θα κάνει την καλύτερη τριστιάλκα, που θα βγάζει τον δικό της ξεχωριστό ήχο και θα έχει τον καλύτερο στολισμό, ήταν πολύ μεγάλος, γι’ αυτό και την έκαναν με πολύ κέφι και μεράκι.
Σούρβα: Μάλλον λέξη Σλάβικη κατά συγκοπή (σούροβα – Σούρβα) που σημαίνει χλωρό κλαρί. Το έθιμο αυτό θα μπορούσαμε να το συσχετίσουμε με την αρχαία Ειρισιώνη.
Με τη σούρβα τα παιδιά της βόρειας Θράκης, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, αφού πρώτα «σούρβιζαν» τους δικούς τους, πήγαιναν σε σπίτια συγγενών, (με πρώτα τα σπίτια των παππούδων και των νουνών) και φίλων με ένα κλαρί κρανιάς συνήθως   και κτυπούσαν τη ράχη κάθε νοικοκύρη και των δικών του ενώ έλεγαν τούτη την ευχή:
«Σούρβα! Σούρβα!
Γερό κορμί, γερό σταυρί.
Σαν ασήμι, σαν κρανιά.
Και του χρόνου όλοι γεροί
και καλόκαρδοι».
Υπάρχουν πολλές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή της Βόρειας Θράκης, όπως της περιοχής Σωζόπολης, Αγαθούπολης, Αγχιάλου, Σαράντα Εκκλησιών κ.λ.π.
Στο Κωστί, το κέντρο της Αναστενάρικης Λατρείας, το κλωνάρι της κρανιάς το τύλιγαν με ασημένια ζώνη που φόραγε η μητέρα του παιδιού. Στην Αγαθούπολη το καλάνδισμα γινόταν αντί με τη σουρβιά, με λεμόνι ή πορτοκάλι.
Σε μερικές περιοχές έβαζαν το παιδί να καθίσει πάνω στη σκούπα και με μια μασιά σκάλιζε τη φωτιά λέγοντας διάφορες ευχές για την καλή παραγωγή, για την «καλοχρονιά» και την υγεία των νοικοκύρηδων.
Το έθιμο είναι ευετηριακό, γι αυτό το έλεγαν και «καλό ποδαρικό». Το κλαδί είναι η ξαναγεννημένη ζωή, η παράσταση ακόμη της γης, που ξαναγεννά τη ζωή. Με το άγγισμα του κλαδιού, δίνεται αυτή η δύναμη στον καθένα.

Η ΚαμήλαQ  Από τις πιο γνωστές μεταμφιέσεις του Δωδεκαήμερου και ειδικότερα της πρωτοχρονιάς στην Ανατολική Ρωμυλία ήταν και η Καμήλα.
Το έθιμο της καμήλας είναι ένα έθιμο πολύ γνωστό στη Θράκη και, ιδιαίτερα,
στην περιοχή του Καβακλί γινόταν σ’ όλα τα χωριά ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά.
Είναι ένα πολύ σημαντικό έθιμο με μεταμφιέσεις, για τις οποίες οι λαογράφοι λένε
ότι οι ρίζες τους βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα, με έντονα στοιχεία γονιμικά και
αποτρεπτικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ντιβιτζής κρατά στο χέρι του ένα τοπούζι,
που είναι ομοίωμα ξύλινου φαλλού. Αυτά που λέγονται και γίνονται έχουν στοιχεία
γονιμικά και αποτρεπτικά του κακού. Οι ευχές που δίνονται έχουν σχέση με την
καλή χρονιά την καλή σοδειά, την ευετηρία όπως λένε.
Νέοι το βράδυ της παραμονής  της πρωτοχρονιάς κατασκευάζουν ένα ομοίωμα, κυρίως κεφάλι, Καμήλας και σκελετό μέσα στον οποίο μπαίνουν δύο ή και περισσότερα άτομα. Το σκελετό στολίζουν με ειδικά κατεργασμένα δέρματα. Το πρωί πραγματοποιούν την πρώτη τους εμφάνιση στο προαύλιο της εκκλησίας μετά τη δοξολογία και μέσα από κινήσεις και πειράγματα προσπαθούν να κερδίσουν όχι μόνο το γέλιο των χωριανών τους αλλά και κάποιο φιλοδώρημα. Από δω και πέρα και για δύο μέρες η Καμήλα θα περάσει από όλα τα σπίτια για την καλοχρονιά εισπράτοντας λουκάνικα, καβουρμά, φρούτα και άλλα καλούδια.
Το απόγευμα στην πλατεία θα σχηματιστεί χορός απ’ όλο το χωριό (ένας τεράστιος κύκλος) όπου η γκάιντα θα παίξει τα «Καμηλίτκα», «Ντεβετζίδκο» χοροί που γίνονται αποκλειστικά αυτές τις μέρες γύρω απ την Καμήλα. Το έθιμο γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στο Νέο Μοναστήρι Δομοκού Φθιώτιδας από τους εκεί παλαιούς και νέους Ανατολικορωμυλιώτες.
Το έθιμο μοιάζει με το έθιμο της Τζαμάλα που γίνεται την παραμονή του Αγίου Δημητρίου σε άλλες περιοχές όπου κατοικούν Ανατολικορωμυλιώτες πρόσφυγες.
Τα Βρεξούδια:Πρόκειται για μια περίεργη γιορτή που γινόταν στις 7 Γενάρη, του Αϊ  Γιαννιού, όταν είχε αγιαστεί το νερό και είχαν πάψει οι φουρτούνες στη Μαύρη Θάλασσα. Τότε οι Αγχιαλίτες νιόγαμπροι εκείνου του χρόνου, συνοδευόμενοι από άρρενες συγγενείς και φίλους πήγαιναν στο ακρογιάλι και έπεφταν στη θάλασσα. Ύστερα από το λουτρό επέστρεφαν στο σπίτι και  διασκέδαζαν.
Το έθιμο εκτός από την Αγχίαλο, γινόταν σε όλες τις παράλιες περιοχές της Αν Ρωμυλίας στην Μαύρη Θάλασσα. Από το Μπαλτζίκ, την αρχαία Διονυσούπολη, Βάρνα, Μεσημβρία, Πύργο, Ζώπολη, Αγαθούπολη, Βασιλικό και αλλού.
Πρώτος αναφέρθηκε στο έθιμο ο Δ. Πετρόπουλος και ακολούθησαν και άλλοι, όπως ο Τρ. Τζουνής και ο Δ. Οικονομίδης
Στις Καστανιές ανήμερα των Φώτων τα παλικάρια του χωριού «βουτούσαν στη Θάλασσα. Στο ίδιο χωριό ο παπάς στην απόλυση της εκκλησιάς έβρεχε τα κεφάλια.
Στην Πέτρα της Αν Θράκης την επόμενη των Θεοφανίων, οδηγούσαν τους προύχοντες του χωριού σε ένα από τα’ αγιάσματα της περιοχής και τους έβρεχαν παίρνοντας μπαξίσια.
Στο Σιναπλί οι αγρότες έντυναν ένα ψευτοπαπά, τον πήγαιναν σε μακρινή βρύση, τον κατάβρεχαν και τον έλουζαν και έπειτα τους έκανε τραπέζι ο ίδιος ο παπάς.
Το βούτημα στο νερό είχα γονιμική σημασία, ήταν καθαρμός μαζί και ξαναγενημός. Η καταγωγή του εθίμου βρίσκεται στην αρχαία Θράκη στα Διονυσιακά Δρώμενα. Οι γυναίκες λούζονταν πριν το γάμο τους στο ποτάμι. Οι Τρωαδίτισσες νύφες στον ποταμό Σκάμανδρο.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια γινόταν, ιδιαίτερα στην Αγχίαλο Μαγνησίας όμως τα τελευταία χρόνια, όμως έχει ατονήσει η διεξαγωγή του.
Σήμερα το έθιμο τελείται στην Μονοκκλησιά Σερρών από Ανατολικορωμυλιώτες πρόσφυγες.

 N. Μοναστήρι Δομοκού: Από το έθιμο της Καμήλας. Πρωτοχρονιά 2012

            Η γιορτή της Μαμής η της Μπάμπως ή Μπαμπωμέρα.

 

Η ημέρα της Μαμής, ή της Μπάμπως, όπως συνήθιζαν να ονομάζουν τη μαμή, είναι ένα πανάρχαιο έθιμο της Ανατολικής Ρωμυλίας και γιορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου, την ημέρα της Αγίας Δομνίκης η Δομνής. Ο όρος «Γυναικοκρατία» που χρησιμοποιείται και είναι γνωστό, δεν είναι επιστημονικός, δόθηκε από τα ΜΜΕ και είναι παραπλανητικός. Το έθιμο που τελούνταν σε πολλές περιοχές της Α. Ρωμυλίας, ιδιαίτερα στην περιοχή του όρους Στράντζα  ( Μικρού Αίμου) και στις παραθαλάσσιες πόλεις της Μαύρης  Θάλασσας, μεταφυτεύθηκε από τους Ανατολικορωμυλιώτες πρόσφυγες και ρίζωσε  στις νέες τους πατρίδες στη Μακεδονία και τη Δ. Θράκη.
Στην Ελλάδα η Ημέρα της Μαμής ή της Μπάμπως γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Μονοκκλησιά Σερρών το 1928. έτσι έγινε ευρύτατα και παγκόσμια γνωστό και άρχισε να γιορτάζεται και σε άλλα χωριά με Ανατολικορωμυλιώτες πρόσφυγες, όπως στην Α. Καμήλα,  στην Αγία Ελένη, στην Κοίμηση και Ν. Πέτρα Σερρών, στο Σκεπαστό Λαγκαδά, στην Μπάνα του Κίτρους Πιερίας, τη Ν. Κεσσάνη Ξάνθης, στο Απαλό Έβρου, την Ξυλαγανή, τους Προσκυνητές, το Ροδίτη, τους Στρατώνες Κομοτινής, στο Χαμηλό, στις Σάπες Ροδόπης,  στην Στρύμνη, και σε άλλα μέρη όπου υπάρχουν πυρήνες Ανατολικορωμυλιωτών προσφύγων.  Στη Στρύμνη, μάλιστα, το έθιμο γιορτάζεται με ιδιαίτερο ζήλο και τελετουργία.
Ο Διονυσιακός χαρακτήρας του εθίμου είναι ολοφάνερος αφού είναι αφιερωμένο στην γονιμότητα, στην προστασία της μητρότητας και την αξία της γυναίκας. Η ελευθεριότητα, η αθυροστομία  και η ελευθεροστομία είναι χαρακτηριστικά τους εθίμου.
Κατά την τέλεση της γιορτής τα παλιά χρόνια, έπαιρναν μέρος αποκλειστικά παντρεμένες γυναίκες που βρίσκονταν σε ηλικία, η οποία τους επέτρεπε να τεκνοποιήσουν.
Οι άντρες την ημέρα αυτή έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους και ασχολούνταν με τις συνηθισμένες δουλειές του νοικοκυριού. Οι μόνοι που είχαν ασυλία ήταν ο Γκαιτατζής που έπαιζε τη μουσική και ο καφετζής του χωριού. Σύμφωνα με το τυπικό της γιορτής, που κατά τόπους παρουσίαζε και αυτό κάποια διαφοροποίηση σε επιμέρους στοιχεία, τιμώμενο πρόσωπο ήταν η μαμή του χωριού, την οποία επισκέπτονταν οι γυναίκες, πολλές από τις οποίες ήταν μεταμφιεσμένες, κρατώντας φαγητά και κρασί και της πρόσφερναν ως δώρο πετσέτες, σαπούνι και άλλα είδη, χρήσιμα στο έργο της, το πολύτιμο για τους χρόνους εκείνους.
Στο Κίτρος Πιερίας, όταν προσφέρουν δώρα στη Μαμή τραγουδούν ένα τραγούδι. Μέχρι τον τέταρτο στίχο το τραγούδι έχει σχέση με το έθιμο. Από τον τέταρτο ως τον τελευταίο το θέμα γίνεται ιστορικό και παραπέμπει σε κάποιο Ρωσοτουρκικό πόλεμο:
Τι γαρ εμείς πεινούσαμι κι’ ήρθαμι για να φάμε;
‘μεις σας αγαπούσαμι κι’ ήρθαμι να σας διούμε.
Βρίσκουμ’ την τράπεζα χρυσή και τα ταψιά  ασημένια,
Κι το ψουμί είν’ ζάχαρη κι του φαί είνι μέλι.
Φάτι κι πχίτι βρε παιδιά, χαρίτι να χαρούμι
Γιατί θα πάμ’ στη Μοσκοβιά κι δεν θ’ ανταμωθούμε.
Στη Μοσκοβιά κρασί δεν έχ’ κι ούτι ρακί πουλιέτι,
Μον έχ’ έναν πόλιμουν κι ένα βαρύ σεφέρι
Πέφτουν τα τόπια σα βροχή, κουρσούμια σα χαλάζι,
Πέφτουν τα τουρκοκέφαλα σα σιγανή βρουχίτσα.
Αφού πρόσφεραν τα δώρα τους στη μαμμή, της έριχναν νερό να πλύνει τα χέρια της, προοιωνιζόμενες έτσι συμβολικά τοκετό, στον οποίο εκείνη θα πρωτοστατούσε.
- Να με φέρεις ένα ( αγόρι ή κορίτσι ) γερό.
- Να’ σαι γερή κορίτσι μ’, να’ σαι καλά, απαντούσε η μπάμπω.
Αν δε ήταν και έγκυος τότε της καρφίτσωνε στο πέτο της κι ένα λουλούδι, λέγοντάς της να της φέρει ένα παιδί όμορφο όπως και το λουλούδι.             
Φιλούσαν έπειτα ένα ομοίωμα φαλλού, σύμβολου πανάρχαιου της γονιμικής μαγείας. Η μαμή, στολισμένη με λουλούδια, με σκόρδα και κρεμμύδια και με αρμαθιές από ξερούς καρπούς, καθόταν σ' ένα ψηλό κάθισμα. Ακολουθούσε συμπόσιο των γυναικών με κατανάλωση άφθονου κρασιού, άσεμνα τραγούδια και τολμηρά μεταξύ τους πειράγματα. Η εορτή τελείωνε με ομαδική μετάβαση στη βρύση του χωριού, όπου κατάβρεχαν τη μαμή. Με την παραπάνω παραδοσιακή μορφή, το έθιμο είχε έντονο γονιμικό χαρακτήρα, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή ομοιότητα με ανάλογες γυναικείες τελετές της αρχαιότητας, ειδικότερα με τα θεσμοφόρια και τα Αλώα. Τα θεσμοφόρια ήταν γυναικεία και συγχρόνως αγροτική εορτή, κατά την οποία οι γυναίκες επικαλούνταν γονιμότητα και για τον εαυτό τους. Στα Αλώα, που τελούνταν την 26η Ποσειδαιώνος (αρχές Ιανουαρίου), στην Ελευσίνα, έπαιρναν μέρος, σύμφωνα με το σχολιαστή του Λουκιανού, μόνο γυναίκες, οι οποίες “πορεύονται τα αίσχιστα λέγουσαι, βαστάζουσαι είδη σωμάτων απρεπή ανδρεία τε καί γυναικεία, οινός τε πολύς πρόκειται και τράπεζαι γέμουσαι   βρωμάτων... Πρόσκεινται δε ταίς τραπέζαις καί εκ πλακούντος κατεσκευασμένα αμφοτέρων γενών αιδοία”. Σήμερα οι εκδηλώσεις έχουν αποβάλει μεγάλο μέρος του αρχικού τελετουργικού-γονιμικού χαρακτήρα του εθίμου και παρουσιάζονται τονισμένα τα εύθυμα στοιχεία, με επιδράσεις από τη σύγχρονη αστική ζωή και πραγματικότητα (μεταμφιέσεις σε τροχονόμους κλπ.). Οι άντρες πάντως εξακολουθούν να παραμένουν κλεισμένοι την ημέρα αυτή στα σπίτια.
Αντιπροσωπευτική για το έθιμο παλαιότερα είναι η επόμενη περιγραφή, σε τοπικό ιδίωμα, από τη Στρύμνη. Στην περιγραφή αυτή γίνεται λόγος και για τα λεγόμενα “Βρεξούδια”, το θρακικό επίσης έθιμο, να καταβρέχουν την ημέρα των Φώτων ή του αϊ-Γιάννη τους νιόπαντρους:
“Θέλαμι να κάνουμι αυτή τη γιορτή για να υμήσουμι τη μαμή, επειδής μας έπιρνι τα πι8ιά, μας ξελεφτέρουνε, γι' αυτό κάναμε αυτή τη γιορτή. Μετά πηγαίναμε στης μαμμής το σπίτι. Στις 8 Ιανουαρίου. Ακόμα άρχιζε από τις 7 Ιανουαρίου τουν αϊ-Γιάννη που βρεχόντουσαν όλα τα αντρόγυνα, οι νέοι αυτοί που παντρευόντουσαν εκείνη τη χρονιά κι μέναν έγκυις και πηγαίνανι βρεχόντουσαν, οι άντροι, οι γυναίκις όλοι,ιδώ γίνονταν ένα τέτοιου πανηγύρ' κι μιτά την άλλη μέρα στις 8 Ιανουαρίου απ' το πρωί ξεκινουσι η γιορτή για τη μαμμή που θέλαμι να την τιμήσουμι επειδής μας ξελεφτέρουνι απ' τα παιδιά να πούμι που είμασταν έγκυις. Πηγαίναμι στο σπίτι της μαμμής το πρωί 8 Ιανουαρίου, παίρναμι ένα μπακίρ,με νερό, είχαμε μέσα δεμένο Βασιλικό με κόκκινη κλωστή, ένα καλούπι σαπούνι, την πηγαίναμε βέβαια και δώρα τη μαμμή, κάλτσες, μαντήλα, ποδιά και μετά τη ρίχναμε νερό. Αλάτινε η μαμμή, τη δώναμε το σαπούνι στα χέρια κι κλωτσούσαμε το μπακίρι. Αν έπεφτε μπρούμυτα του μπακίρι θα έκαμνι αγόρι κι αν έπεφτε ανάσκελα θα γινότανε κορίτσι. Και μετά συνέχιζε το γλέντι. Είχε έτοιμο φαγητό η μαμμή, έβαζι τραπέζι, είχαμι κι μεις τους μεζέδες, απ' το σπίτι βέβαια, μι του ούζου μι τα όλα, επειδή την καλούσαμε τη μαμμή ότι θα κάνουμι τη γιορτή να πάμι ότου μαγαζί για να γλιντίσουμι.Κι ξεκινούσι η πομπή αυτή εδώ, του βράδυ, όλη τη νύχτα είχαμε γλέντι. Γλεντούσαμε όλη τη νύχτα. Χορεύαμε όλες με τη σειρά, λέγαμε σόκιν, τη βάζαμε καρφίτσες τη μαμμή, την κάναμε μι πατλόκια, αυτά τα καλαμπόκια, της βάζαμε μπουρλιές, της βάζαμε λουλούδια για να μας φέρι όμορφου πιδί. Βαφόμασταν κι 'μεις ωραία, ντυνόμασταν, τραγουδούσαμι, αυτά γινόντουσαν. Αυτό του πράγμα δεν πρόκειται να σβήσει. Δεν ξέρω πια τώρα κι οι παλιές κι οι καινούργιες που βγαίνουν ακόμη του συνεχίζουμε αυτό το πράγμα. Δεν το παρατάμε”.
 Ο καθηγητής Γεώργιος Μέγας, Θρακιώτης, γεννημένος στη Μεσημβρία γράφει ότι το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα, στα «Θεσμοφόρια», που ήταν γυναικεία και συγχρόνως αγροτική εορτή, κατά την οποία οι γυναίκες «επεκαλούντο γονιμότητα και δι’ εαυτάς», και στα «Αλώα» τα οποία γιορτάζονταν την 26η Ποσειδαιώνος, δηλαδή στις αρχές του Ιανουαρίου, στην Ελευσίνα, όπου και μετείχαν μόνον γυναίκες, οι οποίες «πορεύονται τα αίσχιστα λέγουσαι βαστάζουσιν είδη σωμάτων απρεπή, ανδρεία τε και γυναικεία, οίνος τε πολύς πρόκειται και τράπεζας και εκ πλακούντας κατεσκευασμένα αμφοτέρων γενών αιδεία». Αισχρολογίες και απεικονίσεις των γενετησίων μορίων είναι χαρακτηριστικά για όλες τις γιορτές οι οποίες αποσκοπούσαν στην «Γένεσιν των ανθρώπων και των καρπών».

Πηγές-βιβλιογραφία:
  1. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου: Συμπόσια Λαογραφίας.
  2. Κώστα Θρακιώτη: Λαϊκή Πίστη και Λατρεία στη Θράκη.
  3. Κατερίνα Κακούρη: «Διονυσιακά».
  4. Γιώργη Μελίκη: «Κειμήλια ήχου και λόγου από την Αν. Θράκη και την Αν. Ρωμυλία».
  5. Θεοδώρας Σπ. Μηνούδη: ΘΡΑΚΗ Αντίλαλοι της Ανατολικής Ρωμυλίας, από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης & Παράδοσης
  6. Π. Παπαχριστοδούλου: Αρχείο Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού – Θρακικά.
(Αποσπάσματα από την σειρά αφιερωμάτων που έκανα στις εφημερίδες «Ειδήσεις» και «Πρωϊνή» του Κιλκίς)



 
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου