Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Αναστενάρια-Τραγούδια των αναστενάρηδων

Λύρα τραγούδι: Κώστας Πινέλης
Γκάϊντα: Χρήστος Γιαννόπουλος
                                          

Αναστενάρια
(Απόσπασμα από άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες
«Ειδήσεις» και «Πρωϊνή» του Κιλκίς το 2011)

Το κονάκι

Οι Αναστενάρηδες  διατηρούν τον τύπο του κλειστού ιδιωτικού ιερού, ίσως από επίδραση των αιρετικών χριστιανών στους βυζαντινούς χρόνους που, εξ αιτίας των διώξεων, οι τελετουργίες τους αναγκαστικά γίνονταν σε κρυφά ιερά. Οι Αναστενάρηδες τα λένε κονάκια. Τέτοιες διώξεις και καταπίεση ένοιωσαν κατά κόρον οι αναστενάρηδες μετά τον εκπατρισμός τους, κατά την διάρκεια της κατοχής από τους Γερμανούς, αλλά και από την  επίσημη θρησκεία και τους εκάστοτε κατά τόπους Δεσποτάδες.
Εκεί φυλάγονται  τα ιερά σκεύη της αναστενάρικης λατρείας, οι εικόνες των «παππούδων», τα ιερά μαντήλια τα  «αμανέτια» τα ιερά σεντούκια και όλα τα «σέγια». Οι εικόνες έχουν λαβή για να κρατιούνται από τους αναστενάρηδες χορευτές είναι σκεπασμένες με τις χρυσοστόλιστες ποδιές, και πάνω τους κρέμονται μικρά κουδουνάκια, χρωματιστά μαντήλια και χρυσά και ασημένια αφιερώματα από τους πιστούς.
Ο χορός

Ο χορός των αναστενάρηδων έχει οργιαστικό χαρακτήρα, με τη σημασία του αρχαίου όρου και όχι όπως κατάντησε στη λαϊκή γλωσσική έκφραση να πάρει τη χυδαία έννοια. Η χορός είναι συνεχής στο κονάκι και κατά τη διάρκεια της πυροβασίας δεν σταματά εάν η φωτιά δε γίνει στάχτη.
Τα τραγούδια είναι βυζαντινά του ακριτικού κύκλου, ιστορικά και παραλογές.

Οι Αναστενάρηδες

Οι Αναστενάρηδες, όπως διαπιστώθηκε από πολλούς ειδικούς επιστήμονες, είναι άτομα ευπαθή και νευρωτικά, οιστρηλατημένα από ένα ιερό ενθουσιασμό και μια βαθιά πίστη, έχουν την πεποίθηση ότι η δύναμη του Αγίου τους καλεί στην επιτέλεση της ιεροπραξίας. Είναι οργανωμένοι σε ιδιότυπες κοινότητες με «αρχηγό» τον αρχιαναστενάρη, μια εκστασιακή θρησκευτική ομάδα
Τα ιερά μουσικά όργανα, η Θρακική λύρα, το καβάλι και η γκάιντα καθώς και το βαρύ λαϊκό νταούλι με βίτσα, παίζουν σημαντικό ρόλο. Η επίδραση της μουσικής είναι τεράστια μαζί με την επιβολή του μαζικού ενθουσιασμού. Είναι αυτό που λένε οι επιστήμονες αυθυποβολή και ετεροϋποβολή, οιστροπληξία.
Θα μπορούσε κανείς να γεμίσει σελίδες για τα αναστενάρια. Θα τελειώσουμε με μερικά από τα τραγούδια που τραγουδιούνται στη διάρκεια τέλεσης του εθίμου. Τραγουδιούνται γύρω στα 35 καθιστικά τραγούδια και παίζονται και δύο γρήγοροι ρυθμοί, του δρόμου από το κονάκι στον τόπο της πυροβασίας και το Αναστενάρικο συρτό όταν Τελειώσει η πυροβασία και σβήσει η φωτιά.

Πα σε πράσινο λιβάδι
(Με το τραγούδι αυτό θυμιάζουνε τις εικόνες
και αρχίζει ο όλη διαδικασία της τελετής)

Πα σε πράσινο λιβάδι κάνταν τρία παλικάρια
Με σπαθιά και με δοξάρια
Την ημέρα τρων και πίνουν και το βράδυ κάνουν βίγλα
Και βιγλίζουνε τις στράτες
Ν’ άβρουν Τούρκο να σκοτώσουν
Και Ρωμιούς να λευτερώσουν.
Κει που τρώγαν, κει που πίναν
Να και ένας γέρος Τούρκος, πού’ σερνε μια Ρωμιοπούλα.
 βρε συ Τούρκε, γέρο Τούρκε
Που την ήβρες τη Ρωμιοπούλα.
Δώσα γρόσια και την πήρα
Με  λεφτά την αγοράσα.
Μπρε γελά σας παλικάρια, μένα αυτός μ’ έχει κλεμμένη.
Τα ψωμιά μου μεσ’ στο  φούρνο
Το παιδί μου μεσ’ στην κούνια, τα ρουχάκια του στην πλώστρα.
Φούρνε ψήνε τα ψωμιά μου
Όσε ν’ ακουστεί η λαλιά μου
Κούνια κούνιε το παιδί μου
Όσε ν΄ακουστεί η φωνή μου…..

Ο Μικροκωνσταντίνος
(της πυροβασίας)

Ο Κωνσταντίνος ο Μικρός ο ΜικροΚωνσταντίνος
Μικρόν ντον είχε η Μάνα dου μικρόν dον ραβωνιάζει
Μικρόν τον στέλνει στο σχολειό τα γράμματα να μάθει
Τον πρώτο χρόνο στο σπαθί το δεύτερο δοξάρι
τον τρίτο και το τέταρτο σαν άξιο παλικάρι.
Μικρόν τον ήρτε μήνυμα στον πόλεμο να πάει.
Νύχτα σελώνει τ’ άλογο νύχτα το καλιγώνει.
Βάζει ασημένια πέταλα μαλαματένιες λόθρες.
Βάζει καπίστρια δώδεκα και γκέμια δεκαπέντε
κι’απάνου στα σελώματα βάνει μαργαριτάρια.
Πήδηξε καβαλίκεψε σαν άξιο παλικάρι.
Σαν Αη’Γιώργης  πήδηξε σαν Αι Κωνσταντίνος
Ο Κωνσταντίνος ο Μικρός ο ΜικροΚωνσταντίνος.
Πήδηξε καβαλίκεψε κι’αυτόν το λόγο λέγει.
Μανέ μου dην καλίτσα μου Μανέ μου dην καλή μου
καλά να τρώγει το πουρνό καλά το μεσημέρι
και το ηλιοβασίλεμα να πέφτει να κοιμάται.
Μα κείνη η σκύλα η άπονη ομβρέισας θεγατέρα
Πα στο σκαμνί dην έκατσε κι’αντρίκια dην κουρεύει
μια γκούγκλα dην εφόρεσε dη δίνει και γκουλιάγκα
να Πα φυλάει πρόβατα να Πα φυλάει γίδια.
Κι’ο Κωνσταντίνος ο Μικρός ο ΜικροΚωνσταντίνος
ώσε να πει το έχε γειά σαράντα μίλια παίρνει
κι’ώσε να πούνε στο καλό άλλα σαρανταπέντε.
Στο δρόμο που επήγαινε έκοψε τρεις χιλιάδες
κι’οπίσω σαν εγύρισε δεν είχε τι να κόψει
κι’έκοψε το δακτύλι ντου να βγάλει το θυμό ντου.......

Κωστή μου Βόιβοντα

Πότε θε νάρθη η Άνοιξη, νάρθη το καλοκαίρι, Κωστή μου Βόιβοντα
Αχ που πρασινίζουν τα βουνά, κ’ οι κάμποι λουλουδιάζουν, Κωστή μου Τσάνταλη
Να βγάλω τα ποδήματα, να ποδηθώ τσελβούλια, Κωστή μου Ιγνάτογλου
Μπρε να πάρω το τουφέκι μου, να βάλω το σπαθί μου, Κωστή μου Βόιβοντα
Να πάρω δίπλα τα βουνά, της Στράντζας τα Μπαλκάνια, Κωστή μου Τσάνταλη
Και  να σφυρίξω κλέφτικα, να μαζωχτούν οι κλέφτες, Κωστή μου Ιγνάτογλου
Να πιάσω Τούρκους ζωντανούς, στη σούβλα να τους ψήσω. Κωστή μου Βόιβοντα
Αχ να διω Ελληνικό δεντρί, κι ύστερα ας πεθάνω Κωστή μου Τσάνταλη…

Ένα Σάββατο θλιβερό

Ένα Σάββατο θλιβερό, μια Κυριακή καημένη Δευτέρα το ξημέρωμα
Δεν είχε ξημερώσει, που πιάσανε τον Κωνσταντή
Στης λατρευτής του αγάπης, μα κείνη αγάπη δεν ίντου
Μον ίντου λερωφόρα, που λέρωσε τον Κωνσταντή.
Χίλιοι τον πάνε πε μπροστά, πε πίσω τρεις χιλιάδες
Και χίλιοι πε το πλάγι του κι’ ο Κωνσταντής στη μέση.
Κι ο Κωνσταντής τους έλεγε, αυτό τον λόγο λέγει
Μη με περνάτε πε χωριό, μήτε πε κάστρο μέσα
Γιατί ‘έχω εχθρούς που θα χαρούν και φίλους που θα κλάψουν
Και κείνη ο δόλια η Μανέ μ’ θα βαριαναστενάξει…

Πότε θα’ ρθει Μάης κι άνοιξη

Πότε θα ‘ρθει Μάης κι’ άνοιξη, να’ ρθει το καλοκαίρι,
Π’ ανθούν τα δέντρα ζάχαρη και τα βουνά πιπέρι
Τότε αρματώνουν κάτεργα και Ρούσικες φιργάδες
Αρμάτωσε κι’ ο Κωνσταντής μια ολόχρυση φιργάδα
Βάνει πανιά μεταξωτά σχοινιά ημιμπρισένια,
Βάζει και ναύτες διαλεχτούς, όλο άνδρες του πολέμου,
Και η κόρη που ντον αγαπά, δεξιά μεριά ντου στέκει
Βαστά κερί και φέγγει ντου, ποτήρι και κερνά ντου
Κι όσα ποτήρια ντον κερνά, τόσα λόγια του λέγει…

 Τραγουδά ο Σπύρος Κούκος

Κάτω στην κόκκινη μηλιά στου Τάταρη τα μέρη

Κάτω στην κόκκινη μηλιά, του Τάταρη τα μέρη,
Έσερνε ο Τάταρης τρία αδέλφια αγκαλιασμένα,
Κι η μάνα ντους κλέγει ντους και πάει το καταπόδι
-Τζάνε μου Τάταρε, αφέντη και αγά μου,
Τζάνε μου Τάταρε, τζελάτη του παιδιού μου,
Για το πρώτο μου παιδί και για το υστερνό μου
Και για τον Κωνσταντή, τα φύλλα της καρδιάς μου.
-Εγώ το πρώτο σου παιδί, κουρμπάνι στ’ άλογό μου
και το δεύτερο παιδί, κουρμπάνι στο σπαθί μου
μα τον Κωνσταντή εγώ γαμπρό θα τόνε κάνω
να τονε δώσω Τούρκισσα, ρωμέισσα να την κάνει
την προίκα του την έγραψα σε όλα τα βιβλία
τη Θράκη και την Ρούμελη, κι όλη τη Βουλγαρία,
την Ήπειρο και τα νησιά κι όλη την Αλβανία,
και την Κωνσταντινούπολη και την Μικρά Ασία,
κι η Τούρκισσα θα βαπτιστεί μεσ’ στην Αγιά Σοφία.

Ο Γιάννης ο Αρατσιανός

                  Ο Γιάννης ο Αρατσιανός’ Αλέξης αντρειωμένος
και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης.
Αντάμα τρων και πείνουμε κι’αντάμα τραγουδάνε
κι’αντάμα έχουν τους βάθιους  τους στο πάσσαλο δεμένους.
Του Γιάννη τρώει τα σίδερα τ’Αλέξη τα λιθάρια
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δένδρα ξεριζώνει.
Κει πο’ τρουγαν κει πό ‘ πιναν κει που χαρακοπιούνταν
πουλάκι πήγε κι’έκατσε δεξιά μεριά στη τάβλα.
Δεν κελαηδούσε Σα πουλί δεν έλεε σαν αηδόνι
μον ελαλούσε κ’έλεγε μ’ανθρώπινη λαλίτσα.
Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε
και πίσω σας κουρσέυουνε Σαρακηνοί κουρσάροι.
Πήραν τ’Αλέξη τα παιδιά του Γιάννη τη γυναίκα
και του μικρού Βλαχόπουλου την αραβωνιασμένη.
Ώστε να στρώσει ο Γιαννιός και να σελλώσει η ο Αλέξης
ευρέθη το Βλαχόπουλο σ’το μαύρο καβαλλάρης.
Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίσει
βλέπει Τουρκιά Σαρακηνούς κι’Αράπηδες κουρσάρους
οι κάμποι επρασινίζανε τα πλάγια κοκκινίζαν.
Στο έμπα του χίλιους έκοψε στο ξέβγα δυό χιλιάδες
και στο καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.
Στο δρόμο νοπου πήγαινε σέρνει φωνή περίσια.
Πούστε αδελφια  μου Γιανιό κι’Αλέξη αντρειωμένε
αν είστε μπρός μου φύγετε κι’οπίσω μου κρυφτήτε
τι θόλωσαν τα μάτια μου μπροστά μου Δε σας βλέπω.
και το σπαθί μου ράγισε κόβοντας τα κεφάλια
κι’ο  μαύρος  λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια......

Πηγές
1. Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας: Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου Του Αίμου.
2. Κώστα Θρακιώτη: Λαϊκή πίστη και Λατρεία στη Θράκη.
3. Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου: Τα Αναστενάρια από νέα στοιχεία.

Κώστας Πινέλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου